Μια ποιητική κατάδυση στις προσδοκίες που πληγώνουν, στις μνήμες που αλλάζουν μορφή και στον άνθρωπο που αναζητά φως χωρίς να αρνείται το σκοτάδι του.
Με αφορμή την ποιητική συλλογή «Τεμαχισμένη από Ελπίδες», φιλοξενούμε την Κωνσταντίνα Κολλύρη στην εφημερίδα «Corfupress». Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή και κινείται στα λεπτά σύνορα ανάμεσα στην επιθυμία και τη ματαίωση, στη μνήμη και την πραγματικότητα, στην ανάγκη για αγάπη και στον φόβο της απώλειας. Στα ποιήματά της, η ελπίδα δεν εμφανίζεται μόνο ως καταφύγιο. Μπορεί να γίνει προσδοκία που βαραίνει, υπόσχεση που διαψεύδεται ή δύναμη που απομακρύνει τον άνθρωπο από τις μικρές αλήθειες της ζωής του.
Η Κωνσταντίνα Κολλύρη γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000 και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η δημιουργική της πορεία αναπτύσσεται ανάμεσα στη συγγραφή, τη ζωγραφική και το video art, ενώ έργα της έχουν παρουσιαστεί σε εικαστικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στο επίκεντρο της δουλειάς της βρίσκεται ο άνθρωπος της εποχής μας: εύθραυστος, αντιφατικός και συχνά παγιδευμένος ανάμεσα σε όσα θυμάται, σε όσα έζησε και σε όσα ήλπιζε ότι θα ζήσει.
Με λόγο εξομολογητικό, αλλά όχι καθησυχαστικό, η δημιουργός προσεγγίζει την εγκατάλειψη, την ψυχική κόπωση, τον θάνατο, την ταυτότητα και τη λαχτάρα για σύνδεση. Η συλλογή δεν επιχειρεί να ενώσει βιαστικά τα κομμάτια του ανθρώπου. Τα κοιτάζει ένα προς ένα και αναρωτιέται αν η αποδοχή της εσωτερικής μας διάσπασης μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας διαφορετικής μορφής πληρότητας.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κα Κολλύρη, ο τίτλος «Τεμαχισμένη από Ελπίδες» ανατρέπει την καθιερωμένη αντίληψη της ελπίδας ως σωτήριας δύναμης. Πώς γεννήθηκε και ποιο ήταν το βίωμα ή το ερώτημα που αποτέλεσε την αφετηρία της συλλογής;
Κ.Κ.: Η συλλογή γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου ένιωθα να βρίσκομαι κάπου ανάμεσα στην ελπίδα και στη διάλυση. Από τη μία υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι τελειώνει ή καταστρέφεται και, από την άλλη, η επίμονη προσδοκία ότι τελικά όλα θα πάνε καλά. Αυτό το ενδιάμεσο συναίσθημα ήταν που προσπάθησα να καταγράψω μέσα από τα ποιήματα. Ξεκίνησα να γράφω κυρίως από την ανάγκη να κρατήσω κάποιες αναμνήσεις και ανησυχίες μου, ώστε να μην τις ξεχάσω. Στην πορεία, όμως, κατάλαβα ότι τα ποιήματα μιλούσαν περισσότερο για όσα περιμέναμε να γίνουν και τελικά δεν έγιναν. Μέσα από αυτή την αντίφαση προέκυψε και ο τίτλος «Τεμαχισμένη από ελπίδες» από την ιδέα ότι μερικές φορές δεν μας πληγώνει μόνο η απώλεια, αλλά και η ίδια η προσδοκία. Και μέσα από αυτόν τον τεμαχισμό προσπάθησα να καταλάβω πώς μπορούμε να ξανα συνθέσουμε τον εαυτό μας, όχι απαραίτητα όπως ήταν, αλλά όπως είναι.
Στο ομώνυμο ποίημα, η προσδοκία μοιάζει να εισβάλλει στην καρδιά και να δυσκολεύει την απόλαυση της απλής ζωής και των μικρών θαυμάτων της. Πότε η ελπίδα παύει να μας κρατά όρθιους και αρχίζει να μας τεμαχίζει;
Κ.Κ.: Νομίζω ότι η ελπίδα αρχίζει να μας τεμαχίζει όταν παύει να αφορά αυτό που ζούμε και μεταφέρεται αποκλειστικά σε αυτό που περιμένουμε να ζήσουμε. Όταν συνεχώς περιμένουμε κάτι καλύτερο, υπάρχει ο κίνδυνος να μην αναγνωρίζουμε αυτό που υπάρχει ήδη μπροστά μας. Δεν θεωρώ την ελπίδα κάτι αρνητικό. Αντίθετα, είναι απαραίτητη. Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ελπίδα που μας κινεί και στην προσδοκία που μας κρατάει εγκλωβισμένους.
Στο εισαγωγικό σημείωμα παρουσιάζετε το φως και το σκοτάδι όχι ως δύο αντίπαλες δυνάμεις, αλλά ως στοιχεία που συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Χρειάζεται, τελικά, να συμφιλιωθούμε με το σκοτάδι μας για να κατανοήσουμε πραγματικά το φως;
Κ.Κ.: Ναι, πιστεύω πως είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πραγματικά το φως αν προσπαθούμε συνεχώς να εξαλείψουμε το σκοτάδι. Το σκοτάδι δεν είναι πάντα κάτι που πρέπει να νικήσουμε. Μπορεί να είναι ο φόβος, η απώλεια, η μοναξιά, η αμφιβολία, αλλά και ένα μέρος του εαυτού μας που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει. Η συμφιλίωση δεν σημαίνει αποδοχή με την έννοια της παραίτησης. Σημαίνει να μπορώ να κοιτάζω και τα δύσκολα κομμάτια μου χωρίς να θέλω να τα κρύψω. Ίσως τελικά το φως να αποκτά την πραγματική του σημασία ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι υπάρχει σκοτάδι.
Η εικαστική σας παιδεία γίνεται αισθητή μέσα από τα χρώματα, τις κουρτίνες, τα παράθυρα, τη θάλασσα και τις εναλλαγές φωτός και σκιάς. Όταν γράφετε ένα ποίημα, προηγείται μέσα σας η εικόνα, το συναίσθημα ή η λέξη; Και πόσο διαφορετικά αφηγείστε μια εμπειρία με το ποίημα, τη ζωγραφική και το video art;
Κ.Κ.: Όταν ξεκινάω να γράφω ένα ποίημα συνήθως είναι μια αυτόματη διαδικασία, στην οποία πρώτα μου έρχεται μια λέξη ή πρόταση. Η εικόνα έρχεται μετά από την πρώτη ανάγνωση. Η αφήγηση μιας εμπειρίας ή μιας ιστορίας δεν αλλάζει με τα διαφορετικά μέσα τέχνης αλλάζει μόνο το μέσο με το οποίο έρχεται σε επαφή ο θεατής/αναγνώστης. Αυτό που θέλω να κάνω με τη δουλειά μου είναι να μεταφέρω ένα συναίσθημα, οποιοδήποτε είναι αυτό. Εάν καταφέρω αυτό, τότε το μέσο με το οποίο γίνεται είναι δευτερεύον για εμένα.
Στο «Πίσω από εμένα» το πρόσωπο του άλλου μοιάζει να κρύβεται πίσω από το πρόσωπο της ποιητικής φωνής, ενώ τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εσύ» γίνονται ασταθή. Μπορεί μια βαθιά σχέση να μας αποκαλύψει ή υπάρχει ο κίνδυνος να μας απομακρύνει από την προσωπική μας ταυτότητα;
Κ.Κ.: Νομίζω ότι μπορεί να κάνει και τα δύο. Ο άλλος λειτουργεί πολλές φορές σαν καθρέφτης. Μέσα από μια βαθιά σχέση μπορεί να αναγνωρίσουμε πλευρές του εαυτού μας που δεν θα μπορούσαμε να δούμε μόνοι μας. Ταυτόχρονα, όμως, όταν η ανάγκη μας να αγαπηθούμε γίνεται πολύ μεγάλη, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσουμε να διαμορφώνουμε τον εαυτό μας σύμφωνα με το βλέμμα του άλλου.
Στο «Μισόκλειστα», η έξοδος από το σκοτάδι δεν έρχεται επειδή ανοίγει το παντζούρι, αλλά επειδή η αδελφή ανάβει το φως και προσκαλεί την ποιητική φωνή να την ακολουθήσει. Γιατί επιλέξατε η λύτρωση από τον φόβο να έρθει μέσα από την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου; Και γιατί το παντζούρι παραμένει τελικά κλειστό;
Κ.Κ.: Ίσως επειδή υπάρχουν στιγμές στις οποίες δεν μπορούμε να βγούμε μόνοι μας από το σκοτάδι. Η παρουσία ενός άλλου ανθρώπου δεν εξαφανίζει απαραίτητα τον φόβο, αλλά μπορεί να μας υπενθυμίσει ότι δεν χρειάζεται να τον αντιμετωπίσουμε μόνοι. Το πατζούρι παραμένει κλειστό γιατί τελικά ίσως δεν έχει σημασία τι κρύβεται πίσω του.
Στο «Ήταν πράσινο», η ποιητική φωνή κλείνει τα μάτια για να δει καθαρότερα, ενώ, όταν τα ανοίγει, το φως μεταβάλλεται. Μπορεί η εσωτερική όραση να αποκαλύπτει μια αλήθεια που η εξωτερική πραγματικότητα αδυνατεί να επιβεβαιώσει; Τι συμβολίζουν οι αλλαγές των χρωμάτων μέσα στο ποίημα;
Κ.Κ.: Πιστεύω ότι πολλές φορές αυτό που βλέπουμε εξωτερικά είναι μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Όταν κλείνουμε τα μάτια, δεν παύουμε να βλέπουμε, απλώς αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε. Η εσωτερική εικόνα μπορεί να μην είναι αντικειμενική, είναι όμως αληθινή ως βίωμα. Τα χρώματα στο ποίημα δεν λειτουργούν μόνο ως σύμβολα με μία συγκεκριμένη σημασία. Με ενδιαφέρει περισσότερο η μεταβολή τους. Το ίδιο πράγμα μπορεί να αλλάξει χρώμα ανάλογα με το πώς το κοιτάζουμε, όπως ακριβώς μια ανάμνηση, ένας άνθρωπος ή ένα συναίσθημα μπορεί να αποκτήσει διαφορετική μορφή μέσα μας με το πέρασμα του χρόνου.
Στην «Πρώτη εγκατάλειψη», ο παιδικός φόβος δεν περιορίζεται στο σκοτάδι. Μετατοπίζεται στην αγωνία ότι η μητέρα μπορεί να απομακρυνθεί και να αφήσει το παιδί μόνο. Πόσο καθοριστικές είναι οι πρώτες εμπειρίες αποχωρισμού στον τρόπο με τον οποίο αγαπάμε και φοβόμαστε ως ενήλικες;
Κ.Κ.: Δεν μπορώ να απαντήσω για το πόσο καθοριστικές είναι οι πρώτες εμπειρίες αποχωρισμού, σίγουρα μας επηρεάζουν. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ιδέα ότι ως ενήλικες μπορεί να αντιδρούμε στο παρόν κουβαλώντας μέσα μας ένα πολύ παλαιότερο παιδί. Ίσως ένα μέρος της ενηλικίωσης να είναι ακριβώς η προσπάθεια να αναγνωρίσουμε ποιοι φόβοι ανήκουν πραγματικά στο τώρα και ποιοι έρχονται από παλιά.
Στα ποιήματα «Τώρα» και «Το εσένα του μέλλοντος», ο χρόνος αποκτά σχεδόν ανθρώπινη παρουσία. Η ποιητική φωνή συνομιλεί με αυτό που είναι, αλλά και με αυτό που ίσως γίνει. Πόσο δύσκολο είναι να κατοικήσουμε πραγματικά στο παρόν, χωρίς να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν ή να αναβάλλουμε τη ζωή για μια μελλοντική εκδοχή του εαυτού μας;
Κ.Κ.: Είναι πολύ δύσκολο να μένουμε στο παρόν χωρίς το μυαλό μας να σκέφτεται κάτι άλλο. Πολλές φορές ζούμε με την ιδέα ότι όταν συμβεί κάτι θα μπορέσουμε επιτέλους να είμαστε καλά. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μετατρέπουμε τη ζωή σε αναμονή. Τα συγκεκριμένα ποιήματα συνομιλούν με αυτή την ανάγκη να συναντήσουμε τον εαυτό μας όχι μόνο όπως υπήρξε ή όπως θα ήθελε να γίνει, αλλά όπως υπάρχει τώρα.
Στο «Ό,τι νομίζαμε όμορφο», η θάλασσα, η κίτρινη κουρτίνα, τα τζιτζίκια, ο παππούς και τα καλοκαίρια στη Σαλαμίνα συνθέτουν μια τρυφερή ανάμνηση, η οποία στο τέλος αμφισβητείται. Είναι η νοσταλγία ένας τρόπος να ωραιοποιούμε όσα δεν μπορούσαμε τότε να κατανοήσουμε; Τι συμβαίνει όταν η ενήλικη ματιά επιστρέφει και αναθεωρεί τη μνήμη του παιδιού;
Κ.Κ.: Κάθε φορά που θυμόμαστε κάτι, το ξαναφτιάχνουμε από την αρχή. Η παιδική ηλικία μπορεί να μοιάζει εκ των υστέρων πιο φωτεινή, όχι επειδή ήταν απαραίτητα έτσι, αλλά επειδή το παιδί δεν είχε ακόμη τα εργαλεία για να καταλάβει όλα όσα συνέβησαν γύρω του. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η στιγμή κατά την οποία ο ενήλικας επιστρέφει σε μια παιδική ανάμνηση και ξαφνικά παρατηρεί κάτι που τότε δεν μπορούσε να δει. Δεν σημαίνει ότι η παλιά μνήμη είναι ψεύτικη. Σημαίνει ότι υπάρχουν περισσότερες από μία αλήθειες μέσα σε αυτήν.
Στο «Σήμερα πέθανα», ο θάνατος μοιάζει περισσότερο με βίαιη μετατόπιση της ταυτότητας παρά με οριστικό τέλος. Η ποιητική φωνή αφήνει πίσω της κάτι που πονά, σχεδόν για να μην ξεχάσει. Γιατί ο πόνος γίνεται φορέας μνήμης; Κρατάμε κάποιες πληγές ανοιχτές επειδή φοβόμαστε ότι, αν θεραπευτούν, θα χαθεί μαζί τους ένα κομμάτι μας;
Κ.Κ.: Πιστεύω ότι ο πόνος είναι φορέας μνήμης γιατί είναι ένα από τα πιο δυνατά συναισθήματα που μπορούμε να νιώσουμε. Ίσως αυτό που φοβόμαστε είναι ότι αν κλείσουμε τις πληγές μας, θα κλείσουμε οριστικά και τη πόρτα αυτών των αναμνήσεων.
Ο θάνατος επανέρχεται ήδη από τίτλους όπως «Τι σημαίνει θάνατος», «Ημερομηνία λήξης», «Είμαι σε ένα σπίτι γεμάτο νεκρούς» και «Σήμερα πέθανα». Ποιον θάνατο εξερευνά κυρίως η συλλογή: του σώματος, μιας σχέσης, μιας παλαιότερης εκδοχής του εαυτού ή μιας προσδοκίας που δεν εκπληρώθηκε; Και τι μπορεί να γεννηθεί μετά από έναν τέτοιο θάνατο;
Κ.Κ.: Ο θάνατος στη συλλογή δεν είναι μόνο ο βιολογικός, γι’ αυτό επανέρχεται τόσο συχνά. Δεν είναι σημαίνει πάντα το τέλος. Μερικές φορές είναι το σημείο στο οποίο κάτι παλιό δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να υπάρχει με τον ίδιο τρόπο. Και μέσα από αυτή την απώλεια μπορεί να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, όχι απαραίτητα καλύτερο ή πιο φωτεινό, αλλά διαφορετικό και ίσως πιο αληθινό.
Στο «Γιατί είμαι αδύναμη», η αδυναμία συνδέεται με την εξάντληση, την αναβολή, τη δυσκολία να ειπωθεί ένα «όχι», αλλά και με τη βαθιά επιθυμία να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Μήπως ο άνθρωπος χαρακτηρίζει αδυναμία εκείνο που στην πραγματικότητα είναι η ανάγκη του να αναγνωρίσει τα όριά του;
Κ.Κ.: Ναι, ίσως αυτό να ισχύει.
Στο «Τι μας κάνει εμάς», ο πόνος παρουσιάζεται ως μια πόρτα που μπορεί να ανοίξει ή να παραμείνει κλειστή. Είναι τα τραύματά μας μέρος της ταυτότητάς μας ή κινδυνεύουμε να τα μετατρέψουμε στο μοναδικό στοιχείο με το οποίο συστηνόμαστε στον κόσμο;
Κ.Κ.: Τα τραύματα είναι σίγουρα μέρος της ταυτότητας μας, όμως δεν είναι ολόκληρη η ταυτότητα μας. Αναγνωρίζω ότι υπάρχει ένας κίνδυνος να αρχίσουμε να ορίζουμε τον εαυτό μας αποκλειστικά μέσα από όσα μας συνέβησαν. Η πόρτα του ποιήματος μπορεί να ανοίξει, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να ανοίξει αμέσως. Κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του χρόνο. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η δυνατότητα να κοιτάξουμε κάποια στιγμή αυτό που μας συνέβη και να πούμε, αυτό είναι μέρος μου, αλλά δεν είμαι μόνο αυτό.
Στο «Αρκεί να το πιστέψεις», η πίστη αποκτά σχεδόν σωματική υπόσταση, ενώ το νερό μετακινείται από την αίσθηση του βάρους προς την εικόνα μιας λίμνης. Πρόκειται για μια ουσιαστική εσωτερική μεταμόρφωση ή για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοήσει μια νέα πραγματικότητα, προκειμένου να αντέξει;
Κ.Κ.: Δεν θεωρώ απαραίτητα διαφορετικά, τα δυο μεταξύ τους. Μέσα από την ανάγκη μας να αντέξουμε, επινοούμε την πραγματικότητα μας και μέσω αυτού περνάμε από μια μεταμόρφωση. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει πάντα επειδή την κοιτάζουμε διαφορετικά, αλλά ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε μπορεί να αλλάξει ριζικά την εμπειρία μας μέσα σε αυτή.
Ανάμεσα στους συμβολικούς τίτλους της συλλογής εμφανίζεται ένας απόλυτα συγκεκριμένος: «Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019». Τι ήταν αυτό που επέβαλε την καταγραφή της συγκεκριμένης ημερομηνίας; Λειτουργεί ως προσωπικό τεκμήριο, ως χρονικό όριο ή ως προσπάθεια να προστατευτεί ένα βίωμα από τις αλλοιώσεις της μνήμης;
Κ.Κ.: Λειτουργεί ως προστασία της μνήμης και ως προσωπικό τεκμήριο.
Η συλλογή μοιάζει να ακολουθεί μια εσωτερική διαδρομή και όχι απλώς μια παράθεση αυτόνομων ποιημάτων. Πώς αποφασίσατε τη σειρά τους; Θέλατε ο αναγνώστης να παρακολουθήσει μια σταδιακή κάθοδο προς το σκοτάδι, μια επιστροφή προς το φως ή μια κυκλική πορεία όπου τα δύο παραμένουν αναπόσπαστα;
Κ.Κ.: Ήθελα τα ποιήματα να συνομιλούν μεταξύ τους και να δημιουργούν μια διαδρομή. Δεν θα έλεγα όμως ότι πρόκειται για μια απλή πορεία από το σκοτάδι προς το φως. Περισσότερο με ενδιαφέρει η κυκλικότητα. Το φως και το σκοτάδι υπάρχουν το ένα μέσα στο άλλο και έτσι λειτουργεί και η συλλογή. Μπορεί να αισθανόμαστε ότι έχουμε προχωρήσει και ξαφνικά να επιστρέφουμε σε κάτι παλιό. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι γυρίσαμε πίσω. Ίσως σημαίνει ότι το ίδιο σημείο μπορούμε να το δούμε πλέον διαφορετικά.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αλλάξει τον κόσμο ή χρειάζεται να συναντήσει έναν αναγνώστη έτοιμο να αμφισβητήσει όσα θεωρούσε βέβαια; Και ποια πληγή ή ποια ελπίδα θα θέλατε να αγγίξει η «Τεμαχισμένη από Ελπίδες» μέσα σε εκείνον που θα τη διαβάσει;
Κ.Κ.: Δεν ξέρω αν η λογοτεχνία μπορεί από μόνη της να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κοιτάζει τον κόσμο και, μέσα από αυτόν, ίσως να αλλάξει κάτι μεγαλύτερο. Η τέχνη χρειάζεται τον αναγνώστη, όπως ο αναγνώστης χρειάζεται μερικές φορές ένα έργο για να αναγνωρίσει κάτι που δεν μπορούσε μέχρι τότε να ονομάσει. Δεν θα ήθελα η «Τεμαχισμένη από Ελπίδες» να δώσει απαντήσεις. Θα ήθελα περισσότερο να δημιουργήσει ερωτήματα και να κάνει κάποιον να αισθανθεί λιγότερο μόνο μέσα σε κάτι που νόμιζε ότι ήταν αποκλειστικά δικό του.
Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η μορφή ελπίδας που με ενδιαφέρει περισσότερο, όχι η υπόσχεση ότι όλα θα γίνουν καλά, αλλά η δυνατότητα να κοιτάξεις ακόμη και αυτό που σε πονά και να αναγνωρίσεις ότι εξακολουθείς να είσαι εδώ.

