Πάντα νιώθω ένα ιδιαίτερο δέος αλλά και μια ανεπαίσθητη επιφύλαξη όταν καταπιάνομαι με ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αγγίζει ανοιχτές πληγές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, φοβούμενη μήπως η αφήγηση εγκλωβιστεί σε πολιτικά κλισέ ή εύκολους διδακτισμούς. Ωστόσο, το μυθιστόρημα «Η τελευταία εκτέλεση» του Νικόλαου Παργινού, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γραφή, αποτέλεσε μια αναγνωστική εμπειρία, τραβώντας με αμέσως σε ένα βαθιά ανθρώπινο και ψυχολογικά φορτισμένο οδοιπορικό στο μαρτυρικό Λαζαρέτο της Κέρκυρας.
Γράφει η δημοσιογράφος Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Η ιστορία μας μεταφέρει στο ζοφερό 1949, στη σκιά του Εμφυλίου Πολέμου, ακολουθώντας τον Λευτέρη Παπάζογλου τις τελευταίες του ώρες πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. Μόνος στο σκοτεινό κελί του «Γολγοθά» στις Φυλακές της Κέρκυρας, ο ήρωας βιώνει έναν νέο, εσωτερικό εμφύλιο. Αναμετριέται με τα φαντάσματα του παρελθόντος, συγκρούοντας το «θέλω να ζήσω» με το «δεν μπορώ να προδώσω τα ιδανικά μου». Το πιο τραγικό του δίλημμα είναι πως κρατά στα χέρια του το κλειδί της σωτηρίας: μια δήλωση μετάνοιας αρκεί για να του χαρίσει ξανά τη ζωή και τον απόλυτο έρωτα που τον περιμένει έξω από τα κάγκελα. Ένα μυστικό που τελικά θα αποκαλυφθεί τριάντα χρόνια μετά, το 1978, στην πρώτη επίσκεψη-προσκύνημα στο άβατο του νησιού.
Ο συγγραφέας στο «Η τελευταία εκτέλεση» καταφέρνει να χτίσει ένα κλίμα κλειστοφοβικής, εσωτερικής έντασης, το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας εκτυλίσσεται μέσα σε ένα κελί κατά τη διάρκεια μιας μόνο νύχτας, με έντονη εσωτερική ανασκόπηση και φιλοσοφικές αναζητήσεις,
Είναι σχεδόν αδύνατον να μην υποκλιθείς στον σεβασμό με τον οποίο ο Παργινός προσεγγίζει το ιστορικό τραύμα, αποφεύγοντας αριστοτεχνικά τις ακρότητες. Η ψυχογραφία του Λευτέρη είναι εξαιρετική. Δεν βλέπουμε έναν ατρόμητο ήρωα-υπεράνθρωπο, αλλά έναν αληθινό άνθρωπο που αγωνιά που πονάει, που λαχταρά τον έρωτα και τη ζωή, αλλά ταυτόχρονα αρνείται να ξεπουλήσει την αξιοπρέπειά του. Αναδεικνύει το μεγαλείο του ανθρώπου που επιλέγει τη θυσία ενώ έχει την επιλογή της διαφυγής.
Κλείνοντας το «Η τελευταία εκτέλεση», συνειδητοποιείς πως έχεις στα χέρια σου ένα σπουδαίο φόρο τιμής σε όσους πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα των ιδεών τους. Αποτελεί μια σκληρή αλλά απαραίτητη υπενθύμιση, αποδεικνύοντας πως η ηθική αντοχή και η συνέπεια των πράξεων παραμένουν διαχρονικά τα πολυτιμότερα παράσημα της ανθρώπινης ύπαρξης, φωτίζοντας ακόμα και τα πιο σκοτεινά κελιά.
Αν βρισκόμασταν ποτέ στη θέση να κρατάμε το στυλό πάνω από μια υπογραφή που θα έσβηνε μεν τα ιδανικά μας, αλλά θα μας χάριζε την ίδια μας τη ζωή και τους ανθρώπους που αγαπάμε, θα είχαμε άραγε το ψυχικό σθένος να επιλέξουμε τον μαρτυρικό τοίχο ή θα υποκύπταμε στον πειρασμό της επιβίωσης;

