ΟΙ ΟΛΟΣΩΜΕΣ ΟΛΟΓΛΥΦΕΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Με την πάροδο περίπου ενός αιώνα από την τοποθέτηση και αποκάλυψη του πρώτου ανδριάντα του Κυβερνήτη στην Αττική, συγκεκριμένα στον Δήμο της Αθήνας, στα τέλη του 1931*, έρχεται, στην ανατολή του 2026, το πλήρωμα του χρόνου για να προστεθεί στην επικράτεια του εν λόγω νομού και ένας δεύτερος σχετικής θεματικής ανδριάντας, ορειχάλκινος αυτή τη φορά.
Είναι φιλοτεχνημένος σε μνημειακές διαστάσεις από τον διεθνώς καταξιωμένο γλύπτη Γιάννη Μπάρδη (1947) και απαντά στο Δήμο Ελληνικού – Αργυρούπολης, στη νότια περιοχή της Αττικής, στημένος στο πλέον κεντρικό σημείο του, στην Πλατεία Δημαρχείου, συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών Κύπρου και Ειρήνης και απέναντι ακριβώς από το Πολιτιστικό – Συνεδριακό Κέντρο ” Μίκης Θεοδωράκης”.
————————————————-
* Ο πρώτος ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στην Αττική γη στήνεται στην Αθήνα, το 1931, μπροστά από το κτίριο της πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών ( Προπύλαια), στην οδό Πανεπιστημίου, με πρωτοβουλία των πρυτανικών αρχών για να τιμήσουν τον εμπνευστή και πρωτεργάτη του εν λόγω ιδρύματος και αποκαλύπτεται στις 20 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Είναι φιλοτεχνημένος από τον Γεώργιο Μπονάνο και απεικονίζει τον Κυβερνήτη καθήμενο πάνω σε αρχαιοπρεπές κάθισμα – κλισμό. Αξίζει, εδώ, να επισημάνουμε το γεγονός ότι και οι δύο ανδριάντες του Ιωάννη Καποδίστρια στην Αττική – της Αθήνας και του Δήμου Ελληνικού – Αργυρούπολης – έχουν συμπτωματικά δημιουργηθεί από γλύπτες Ιονίου καταγωγής, Κεφαλληνιακής και Κερκυραϊκής αντίστοιχα.
—————————————————
Η ιδέα και η εισήγηση για την ανέγερση μνημείου προς τιμήν του Ιωάννη Καποδίστρια στο συγκεκριμένο δήμο ανήκει αποκλειστικά στον δήμαρχο Γιάννη Κωνσταντάτο (1976) και τυγχάνει πολύ πρόθυμης ανταπόκρισης από το Ελληνοαμερικανικό Εθνικό Συμβούλιο, επί προεδρίας Βασιλείου Ματαράγκα, την Παγκόσμια Ομοσπονδία Κεφαλλήνων και Ιθακησίων ΟΔΥΣΣΕΥΣ, επί προεδρίας Κώστα Βαγγελάτου, και την Ιόνιο Πολιτιστική Ομοσπονδία Αμερικής, επί προεδρίας Νίκου Μπάρδη, οι οποίοι επωμίζονται, καθ’ ολοκληρίαν, από κοινού, τη δαπάνη της χύτευσης του έργου, ενώ η φιλοτέχνησή του αποτελεί ευγενική δωρεά του γλύπτη στον Δήμο. Η δημιουργία του υπήρξε διακαής επιθυμία και όνειρο του εν λόγω δημάρχου, παιδιόθεν, και η υλοποίησή του κατέστη προτεραιότητά του μόλις ανέλαβε εκ νέου την τοπική αρχή, στις αρχές του 2024. Η παραγγελία δίνεται την ίδια χρονιά στον προαναφερθέντα καλλιτέχνη και το γλυπτό δημιουργείται στο εργαστήριο του, στην Παιανία, αρχικά σε πρόπλασμα πηλού, κατόπιν γύψου, για να μεταφερθεί, τελικά, στο μέταλλο, στο χυτήριο του Νικολάου Γαβαλά, στην Αθήνα. Κατόπιν, το γλυπτό στήνεται τον Ιανουάριο 2026 στο προαναφερθέν σημείο και αποκαλύπτεται λίγο αργότερα, την 1η Φεβρουαρίου, εν μέσω πανηγυρικής πλην σεμνής και ουσιαστικής τελετής.
Η σχετική τελετή έλαβε χώρα στις 10.30′ το πρωί της προαναφερθείσας ημερομηνίας, με παλλαϊκή συμμετοχή και πολλούς επισήμους. Πέραν των δημοτικών αρχών, μεταξύ των παρευρεθέντων, αναφέρουμε τη Ναταλία Καποδίστρια, απόγονο της οικογένειας του Κυβερνήτη, τον Κερκυραίο υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια ( 1959), ως εκπρόσωπο της Κυβέρνησης, τη Σοφία Βούλτεψη, ως εκπρόσωπο της Βουλής, τον Παύλο Χρηστίδη, ως εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ, τον περιφερειάρχη Αττικής, Νίκο Χαρδαλιά, τον περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων, Γιάννη Τρεπεκλή, τον πρέσβη της Ελβετίας, Εστέρμαν Στέφαν, τον πρόεδρο του Ελληνοαμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου, Βασίλειο Ματαράγκα κ.ά. Την επιμνημόσυνη δέηση τέλεσαν ο πατήρ Θεόδωρος και ο πατήρ Γεώργιος εκ μέρους της Ιεράς Μητρόπολης Νέας Σμύρνης, καθώς και ο πατήρ Ανδρέας ως εκπρόσωπος της Ιεράς Μητρόπολης Γλυφάδας. Παρέστησαν επίσης για να αποτίσουν τιμή στον Κυβερνήτη η Φιλαρμονική και άγημα του Πολεμικού Ναυτικού, καθώς και ο υποναύαρχος Παναγιώτης Καραβάς ( 1968) ως εκπρόσωπος του ΓΕΝ. Το ψυχαγωγικό μέρος της εκδήλωσης άνοιξε η χορωδία του Συλλόγου Κερκυραίων Ηλιούπολης και Όμορων Δήμων ” Οι Φαίακες ”. Επιπλέον, στο πλαίσιο της εν λόγω τελετής, εκτέθηκε συλλογή με τα πρώτα νομίσματα του Ελληνικού Κράτους, από τον συλλέκτη Γιώργο Αβεζόγλου, προβλήθηκε ντοκιμαντέρ σχετικά με τη ζωή και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια και τιμήθηκαν ο σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός Γιάννης Σμαραγδής (1946) και η Ναταλία Καποδίστρια. Στο σύνολό της, η εκδήλωση ετέλεσε υπό την αιγίδα της Επτανησιακής Συνομοσπονδίας και της Ομοσπονδίας Συλλόγων Κερκυραίων Αττικής ( ΟΣΚΑ ) Ιωάννης Καποδίστριας. Τέλος, με αφορμή την τοποθέτηση και αποκάλυψη του γλυπτού, η Πλατεία Δημαρχείου μετονομάστηκε επισήμως σε Πλατεία Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Με διαστάσεις υπερβάλλουσες των φυσικών, αγγίζοντας το ύψος των 2,50 μέτρων, το γλυπτό εδράζεται σε πολύ χαμηλή ορθογώνια βάση σύμφυτη με αυτό και από το ίδιο υλικό, πάνω σε επίσης ορθογώνιου σχήματος βάθρο, απόλυτα λιτού χαρακτήρα, από λευκό μάρμαρο, όχι ιδιαίτερα ψηλό (ύψος 0,95 Χ πλάτος 1,05 Χ βάθος 1,05 ), το οποίο, στο κατώτερο σημείο, καταλήγει σε χαμηλότερο και πλατύτερο από εκείνο αναβαθμό.
Στην εμπρόσθια όψη του βάθρου, σημειώνονται με εγχάρακτο τρόπο και χρυσά κεφαλαία γράμματα τα κύρια στοιχεία της ατομικής ταυτότητας του τιμώμενου, το ύπατο πολιτειακό του αξίωμα, επιπλέον, γίνεται αναφορά στα συναισθήματα εκτίμησης και ευγνωμοσύνης του Έθνους προς αυτόν,
ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
ΠΡΩΤΟΣ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
και ακριβώς από κάτω, αποτυπώνονται, περιμετρικά πλαισιωμένες από περίτεχνο εγχάρακτο διάκοσμο φυτικής υφής, ο οποίος συντίθεται από δύο συμμετρικά τοποθετημένα κλαδιά δάφνης και διευθετημένα εν είδει μικρής στεφάνης, οι χρονολογίες γέννησης και θανάτου του, 1776 – 1831. Τέλος, στη δεξιά όψη, όπως βλέπουμε το μνημείο, είναι επίσης χαραγμένα με χρυσά κεφαλαία γράμματα, τα ονόματα των συντελεστών της ανέγερσης του μνημείου.








Ο Καποδίστριας παρουσιάζεται με ρεαλιστική διάθεση, σε σχετικά ώριμη ηλικία, απόλυτα συμβατή με εκείνη που είχε τα χρόνια της κυβερνητικής του θητείας, και φέρει επίσημο ευρωπαϊκό ένδυμα, ανάλογο του πολιτειακού αξιώματος και της κοινωνικής του τάξης, το οποίο απαρτίζεται, εκτός από το τυπικό κοστούμι με το σταυρωτό σακάκι, επιπλέον, από ποδήρες παλτό, που καλύπτεται έως το ύψος περίπου του αγκώνα με ένθετο κοντό και πτυχωτό περιώμιο – μπέρτα – που παραπέμπει στο γνωστό τύπο της πελερίνας. Αποδίδεται όρθιος, ευθυτενής και σε κίνηση ενεργητικού βηματισμού, με το αριστερό πόδι να προβάλλει έντονα ίσια μπροστά, ενώ, αντίθετα, το δεξιό, μένοντας σε εμφανή απόσταση πίσω, ανασηκώνει ελαφρά τη φτέρνα και στρέφει προς τα έξω στη δεξιά πλευρά. Με τις άνω επιλογές, δημιουργείται ένας ικανός διασκελισμός, ο οποίος προικίζει τη μορφή με αξιοσημείωτη κινητική υπόσταση, ουσιαστικό περιεχόμενο και περισσότερη αλήθεια. Με τη σειρά τους, ο αριστερός βραχίονας, ελαφρά λυγισμένος στον αγκώνα και έχοντας την παλάμη σχεδόν ολοκληρωτικά κρυμμένη μέσα στην αντίστοιχη τσέπη του πανωφοριού, φέρεται αισθητά πίσω, ενώ ο δεξιός, σε αδιόρατη σχεδόν κάμψη, προωθείται μπροστά, κρατώντας εμφατικά στην κλειστή του παλάμη ένα βιβλίο. Τέλος, το κεφάλι, σχεδόν ανεπαίσθητα ανυψωμένο, καθώς και σε απαλή και εύχαρι παρέκκλιση στα δεξιά, συμπορεύεται σε ομόρροπη κατεύθυνση με το δεξιό άνω και κάτω άκρο.
Η άνετη δρασκελιά, το ταχύ βάδισμα, τα σταθερά και σχεδόν άκαμπτα σκέλη, αφενός, ερμηνεύουν έναν ακατάβλητο δυναμισμό και μια ακάθεκτη ορμητική θέληση, αφετέρου, εικονοποιούν πολύ πειστικά το γεγονός ότι ο Κυβερνήτης προχωρεί με πρόθυμη και συνεπή διάθεση στην επιτέλεση των καθηκόντων του, την υλοποίηση των οραμάτων και των στόχων του, με όλα τα προαναφερθέντα, να συνάδουν στενά με τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του, καθώς και τα βιογραφικά και ιστορικά δεδομένα που τον αφορούν.
Η εικόνα, εξάλλου, του Κυβερνήτη με βιβλίο ανά χείρας ή υπό μάλης απαντάται κατ’ επανάληψη σε γλυπτά της συγκεκριμένης θεματικής και τυπολογικής επιλογής, συνιστώντας, εν τέλει, το εμβληματικό γνώρισμα, το ”σήμα κατατεθέν” , των ολόσωμων απεικονίσεών του. Εξαιρούνται εκείνες που έχουν φιλοτεχνηθεί από τους Λεωνίδα Δρόση (Κέρκυρα), Μιχάλη Τόμπρο (Ναύπλιο), Λάζαρο Σώχο (Τήνος) και Ιωάννη Βούλγαρη (Τήνος). Ωστόσο, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, το συγκεκριμένο στοιχείο αντικαθίσταται με το συναφές εκείνο του ειληταρίου – στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για λυτό, στη δεύτερη για δετό ειλητάριο.
Όπως και στα προηγούμενα σχετικά γλυπτά έτσι και στο παρόν, το βιβλίο αποτελεί παραπληρωματικό θέμα ιδιαίτερης συμβολικής αξίας, το οποίο αποσκοπεί στον τονισμό της ανεκτίμητης συμβολής του Καποδίστρια όσον αφορά την εδραίωση της Ελληνικής Παιδείας. Μέσω της επιλογής της παρουσίας του βιβλίου, το παρόν έργο εγγράφεται στη μακροχρόνια σειρά των σχετικών γλυπτικών δημιουργιών, οι οποίες, επί έναν αιώνα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 έως σήμερα, απεικονίζουν τον Κυβερνήτη, είτε σε ορθή είτε σε καθήμενη στάση, να κρατάει βιβλίο.
Σε δομικό επίπεδο, κυριαρχεί η κάθετη οργάνωση, με τους πολλαπλούς κατακόρυφους άξονες που σχηματίζονται, αφενός, από τα σχεδόν ευθυγραμμισμένα κάτω άκρα της μορφής, αφετέρου, από το μακρύ πανωφόρι που φέρει, αλλά και τις αυλακώσεις και πτυχώσεις, οι οποίες εμφανίζονται, ως επί το πλείστον, στην εμπρόσθια όψη των εν γένει ενδυμάτων της, επιλογές, οι οποίες, σε συμβολικό επίπεδο, εμφαίνουν τη σοβαρότητα, τη σταθερότητα και τη δωρικότητα, ενδεικτικά χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητας του τιμώμενου, ενώ ταυτόχρονα αποσκοπούν στην εξύψωση, στην αποθέωσή του. Μέσω του ήπιου, εξάλλου, ανοίγματος του δεξιού τελειώματος του παλτού προς τα μέσα – προς τα αριστερά – και του αντίστοιχου αριστερού προς τα έξω, εν είδει κύμανσης, με αφορμή μια κινητική ώθηση που απορρέει από τον ταχύ βηματισμό της μορφής, η μορφή αποκτά περαιτέρω εξωστρέφεια, ευέλικτη χροιά και μουσικούς τόνους. Αξιοσημείωτη είναι, επιπλέον, η σε αντίλογους ρυθμούς διευθέτηση των άκρων της μορφής — κυρίως, αυτή του άνω και κάτω άκρου της ίδιας πλευράς, αλλά και εκείνης των ομόλογων άκρων των δύο πλευρών — ώστε να προκύπτει μια αρμονική διαδοχή σχηματικών ”ερωταποκρίσεων”, ” στίξης και αντίστιξης ”, κατ’ επέκταση, μια διαλεκτική αξόνων και δομικών ενοτήτων, μέσω των οποίων εκμαιεύονται, εν τούτοις, εικονογραφικές ”συγχορδίες ”, με εξισορροπιστικό οπωσδήποτε χαρακτήρα, οι οποίες αποσκοπούν – και το επιτυγχάνουν – στην παγίωση της ομογένειας, της εναρμόνισης και της ισορροπίας του συνόλου. Με τον τρόπο αυτό, η μορφή αποκτά μια θαυμαστή πλαστική ευρυθμία, επιπροσθέτως, μεταβάλλεται σε αέναο σύμβολο ακάματης και τελεσφόρου δράσης και δημιουργίας.








Τυπολογικά, το έργο βρίσκει σημείο αναφοράς στο αρχαιοελληνικό εκείνο των κλασικών χρόνων, γνωστό ως το Σύνταγμα των Τυραννοκτόνων, του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα ( 477 π.Χ.). Ιδιαίτερα στην πανομοιότυπη κινητική διευθέτηση των κάτω άκρων τους, η μορφή του σύγχρονου γλυπτού και οι δύο ανδρικές εκείνες του αρχαίου εκείνου προσιδιάζουν αισθητά. Έτσι, τα έργα συγκλίνουν ως προς τον διασκελισμό των μορφών που αναπαριστούν, ο οποίος, και στα δύο, υπαγορεύει εξίσου ορμητική διάθεση και ισχυρή αποφασιστική θέληση, προϊδεάζοντας ταυτόχρονα για νικηφόρο έκβαση, ενώ αποκλίνουν, εν τούτοις, αντίθετα, όσον αφορά τον ιδεολογικό τους χαρακτήρα, πολεμικός στο αρχαίο, πολιτικό-κοινωνικός στο άλλο. Απομακρύνονται, επιπλέον, ως προς την πλαστική σωματική απόδοση των μορφών, εμφανώς ρωμαλέα, κραταιά εκείνη στο αρχαίο γλυπτό έναντι της μάλλον λεπτής και εξευγενισμένης του σύγχρονου. Η ίδια συγγένεια διαπιστώνεται ανάμεσα στη μορφή του Καποδίστρια και σε εκείνη νεότερης ηλικίας του εν λόγω Συντάγματος, όσον αφορά τη στάση του αριστερού ώμου και βραχίονα, ενώ τα δύο γλυπτά απέχουν, επιπλέον, ως προς τη στάση των δεξιών χεριών των μορφών και το σημασιολογικό της περιεχόμενο ‘ χάριν παραδείγματος, ο σύγχρονος δημιουργός αντιτάσσει στο ανυψωμένο και οπλισμένο δεξιό χέρι του Αρμόδιου, που συμβολοποιεί επιθετική πρόθεση αγωνιστικού – πολεμικού χαρακτήρα, την προβαλλόμενη εκείνη του αντίστοιχου χεριού του Κυβερνήτη που κρατάει βιβλίο. Επιτυχής και οπωσδήποτε περισσότερο εξανθρωπισμένης και πολιτιστικής φύσης η αντικατάσταση του όπλου με το βιβλίο, παραπέμποντας ταυτόχρονα στον συμβολισμό της παιδείας ως το ισχυρότερο όπλο για τον άνθρωπο, για τους λαούς.
Η γράφουσα απευθύνει θερμές ευχαριστίες στον γλύπτη Γιάννη Μπάρδη και τον δήμαρχο Ελληνικού – Αργυρούπολης Γιάννη Κωνσταντάτο για τις πληροφορίες και το πολύτιμο υλικό που τόσο πρόθυμα της παρείχαν.

