Ένα πρώτο μυθιστόρημα που κατεβαίνει στα σκοτεινά νερά του έρωτα, της βίας και της μοίρας, εκεί όπου η αγάπη δεν σώζει πάντα, αλλά πάντα αποκαλύπτει.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Δημήτρη Αφεντούλη με αφορμή το βιβλίο «Μαρσύας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Πρόκειται για ένα έργο που πατά στη μυθολογία και μας δείχνει τη βίαιη, εμμονική, σχεδόν καταστροφική όψη του έρωτα. Εδώ οι θεοί δεν είναι διακοσμητικοί, οι Μοίρες δεν είναι μακρινές, και ο άνθρωπος δεν βρίσκεται ποτέ πραγματικά μόνος απέναντι στις επιλογές του.
Ο «Μαρσύας», αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που ανοίγει τη συζήτηση γύρω από την αφοσίωση, την προδοσία και τη φύση της βίας, Στην επιθυμία, στον θυμό, στην απώλεια, στο σημείο όπου ο άνθρωπος καλείται να δει τι ακριβώς είναι ικανός να κάνει όταν αγαπά, όταν φοβάται κι όταν χάνει.
Ο Δημήτρης Αφεντούλης, έχοντας ξεκινήσει από την ποίηση και το τραγούδι, φέρνει στη μυθιστορηματική του γραφή μια έντονα βιωματική και λυρική φλέβα, με εικόνες που ακουμπούν το σουρεαλιστικό, αλλά δεν χάνουν τον συναισθηματικό τους πυρήνα.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κύριε Αφεντούλη, ξεκινήσατε από την ποίηση και το τραγούδι και τώρα περνάτε στο μυθιστόρημα. Τι ήταν αυτό που δεν χωρούσε πια στο ποίημα και σας ανάγκασε να ανοίξετε έναν μεγαλύτερο αφηγηματικό χώρο όπως ο «Μαρσύας»;
Δ.Α.: Στα δικά μου μάτια δεν είναι τόσο διαφορετικά ένα ποίημα και ένα μυθιστόρημα. Άλλωστε, στον «Μαρσύα» υπάρχουν αρκετά σημεία όπου η γραφή γίνεται λυρική και ποιητική.
Για μένα σημασία είχε η πιστή μεταφορά των συναισθημάτων των ηρώων. Γι’ αυτό επέλεξα το μυθιστόρημα, ώστε να έχω τον απαραίτητο χώρο και την ελευθερία να τα αποδώσω όπως τα ένιωθα.
Στον πυρήνα του βιβλίου δεν βρίσκεται ο έρωτας ως ιδανικό, αλλά ο έρωτας ως βία, ως εμμονή, ως δύναμη που μπορεί να συντρίψει. Γιατί σας ενδιέφερε να κοιτάξετε αυτή τη σκοτεινή του όψη και όχι τη ρομαντική, που είναι πιο εύκολη και πιο αποδεκτή;
Δ.Α.: Γιατί είναι πιο αληθινό. Ο ρομαντικός έρωτας είναι μία εκδοχή του. Υπάρχει όμως και η άλλη, αυτή που δεν είναι εύκολη, δεν είναι όμορφη και δεν συγχωρεί. Πολύ συχνά αυτές οι εκδοχές συνυπάρχουν και, ανάλογα με τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε από τον σύντροφό μας, κάποιες αναδύονται και άλλες θάβονται.
Με ενδιέφερε να κοιτάξω εκεί όπου ο έρωτας γίνεται απόρριψη, προδοσία και σύγκρουση. Να δείξω πώς ένας άνθρωπος μπορεί να αποδομηθεί μέσα από αυτές τις καταστάσεις. Ενώ ο πόνος του προέρχεται από κάποιον που αγαπά βαθιά, αντί να το αναγνωρίσει, στρέφεται προς τα μέσα και αρχίζει να συνθλίβει τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο μύθος του Μαρσύα κουβαλά ύβρη, τέχνη, τιμωρία και μια σχεδόν αβάσταχτη έκθεση του σώματος. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε περισσότερο σε αυτή τη μορφή και την φέρατε τόσο καθοριστικά μέσα σε μια σύγχρονη ιστορία;
Δ.Α.: Ο Μαρσύας είναι ένας χαρακτήρας που αγαπώ και που, ως ψευδώνυμο, με συνοδεύει από τα 18 μου χρόνια.
Είναι ένας σάτυρος που τολμά να σταθεί απέναντι στον θεό των Τεχνών, γνωρίζοντας ότι θα χάσει. Όταν τελικά ο Απόλλωνας χρησιμοποιεί τη φωνή του για να τον νικήσει, ο Μαρσύας δεν χάνει μόνο τον αγώνα, αλλά και την ίδια του τη σάρκα. Εκτίθεται πλήρως, χάνει κάθε προστασία.
Αυτή η απόλυτη ευαλωτότητα είναι για μένα ο πιο δυνατός συμβολισμός.
Ο Δάφνης μοιάζει να παλεύει διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που αισθάνεται και σε αυτό που του έχει ήδη οριστεί. Για εσάς είναι περισσότερο τραγικός ήρωας ή άνθρωπος που θα μπορούσε, έστω και αργά, να σπάσει τα νήματα που τον κρατούν;
Δ.Α.: Είναι και τα δύο. Και αυτό είναι που τον κάνει τραγικό.
Ο Δάφνης νιώθει ότι οδηγείται, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει σε αυτό που του συμβαίνει. Δεν είναι ένας αθώος παρατηρητής της μοίρας του. Παλεύει να ξεφύγει από αυτήν και, ακριβώς επειδή δίνει αυτόν τον αγώνα, γίνεται μέρος της.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να σπάσει τα νήματα. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να αντέξει τις συνέπειες των επιλογών του.
Στο βιβλίο οι θεοί, οι Μοίρες, ο Κάτω Κόσμος και η σύγχρονη Αθήνα συνυπάρχουν χωρίς να ακυρώνει το ένα το άλλο. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσετε αυτή την ισορροπία, ώστε η μυθολογία να μη μοιάζει ξένο σώμα αλλά αληθινή γλώσσα του ανθρώπινου ψυχισμού;
Δ.Α.: Ήταν δύσκολο μόνο αν το έβλεπα σαν ένωση δύο διαφορετικών κόσμων. Για μένα όμως δεν είναι διαφορετικοί.
Η μυθολογία είναι ένας τρόπος να μιλήσουμε για τον άνθρωπο. Οι θεοί, οι Μοίρες και ο Κάτω Κόσμος δεν βρίσκονται “κάπου αλλού”. Υπάρχουν μέσα στον ψυχισμό.
Είναι ο τρόπος που αισθάνεται ο Δάφνης. Είναι ο τρόπος που ο Μαρσύας αντιλαμβάνεται τις επιλογές και τις συνέπειες.
Όταν το δεις έτσι, δεν χρειάζεται να ισορροπήσεις τίποτα. Απλώς κάθεσαι δίπλα στον σάτυρο και βλέπεις την ιστορία μέσα από τη δική του ματιά.
Έχετε πει πως η τριλογία σας εξερευνά τη βία, αλλά και την πορεία προς τη συγχώρεση του εαυτού. Θέλω να το θέσω ωμά. Ο «Μαρσύας» είναι τελικά βιβλίο για την τιμωρία ή για την ανάγκη του ανθρώπου να βρει έναν τρόπο να ζήσει μετά την εσωτερική του ρήξη;
Δ.Α.: Ο «Μαρσύας» είναι η ιστορία της αποδόμησης ενός ανθρώπου. Της καταστροφής που προκύπτει τόσο από τις επιλογές του όσο και από το περιβάλλον του.
Είναι η αρχή της βίας. Η πορεία προς το σημείο μηδέν. Η αγωνία να αποτραπεί κάτι που μοιάζει αναπόφευκτο.
Το δεύτερο βιβλίο, «Δάφνης», εστιάζει στις συνέπειες. Στην πορεία ανάμεσα στο πένθος και τις τύψεις, μέχρι την αναζήτηση του εαυτού.
Το τρίτο, «Χλόη», θέτει το τελικό δίλημμα: εκδίκηση ή συγχώρεση. Όταν δεις πόσο σε πλήγωσαν οι άλλοι, αλλά και εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, τι επιλέγεις τελικά;
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Δ.Α.: Ένα βιβλίο που μιλά σε μια γλώσσα που καταλαβαίνεις και μέσα στην οποία μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου, έχει τη δύναμη να μεταφέρει εικόνες και σκέψεις που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο και τη θέση σου μέσα σε αυτόν.
Αν ένας αναγνώστης πάρει έστω και ένα στοιχείο από τα κείμενά μου και, μέσα από αυτό, αρχίσει να αναζητά την ίδια ένταση και σε έργα άλλων δημιουργών, τότε έχω πετύχει τον σκοπό μου.
Γιατί αλλάζοντας έναν άνθρωπο, κάνεις το πρώτο βήμα για να αλλάξεις τον κόσμο.

