Ένα παιδικό παιχνίδι εξερεύνησης ανοίγει μια πόρτα στην Κατοχή, στους αρχαίους θησαυρούς και σε ανθρώπους που δεν συγχωρούν την περιέργεια.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε την αρχαιολόγο και συγγραφέα κυρία Εύη Πίνη με αφορμή το βιβλίο «Μυστικά κρυμμένα στο μπαούλο», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κύφαντα. Ένα παλιό κλειδωμένο μπαούλο παρατημένο για χρόνια στην αποθήκη ενός πειραϊκού σπιτιού. Δύο παιδιά, ο δεκατριάχρονος Νικήτας και η συνομήλική του Σοφία, το κοιτάζουν όπως θα το κοιτούσε κάθε παιδί, σαν υπόσχεση για θησαυρό, κάτι που θα τους βγάλει από τη ρουτίνα και θα κάνει την καθημερινότητά τους πιο ενδιαφέρουσα.
Όμως αυτό που βρίσκεται μέσα δεν είναι κάποιος κρυμμένος «θησαυρός» αλλά μυστικά από την Κατοχή: πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ, και πληροφορίες που οδηγούν σε αρχαίους θησαυρούς. Κι όταν ένα παιδί ακουμπήσει κατά λάθος μια ιστορία που κάποιοι θέλουν να παραμείνει θαμμένη, το παιχνίδι σταματά αμέσως. Γιατί οι άνθρωποι που αναζητούν αυτά τα μυστικά δεν είναι ρομαντικοί κυνηγοί θησαυρών. Είναι αδίστακτοι.
Και κάπου ανάμεσα στο Μόναχο, τον Πειραιά, τις Σπέτσες και τα Ταμπούρια, το βιβλίο στήνει ένα ερώτημα που δεν είναι μόνο περιπέτεια. Πόσο κοστίζει η αλήθεια όταν την ξεκλειδώνεις χωρίς να ξέρεις ποιος την κυνηγά.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κυρία Πίνη, τι μπορεί να συνδέει το Μόναχο με τον Πειραιά, τις Σπέτσες και τα Ταμπούρια. Πώς γεννήθηκε αυτός ο άξονας τόπων και τι «νήμα» κρατά ενωμένες τόσο διαφορετικές γεωγραφίες μέσα στην ίδια ιστορία;
Ε.Π.: Όλοι αυτοί οι τόποι σχετίζονται με το παρελθόν με το παρόν των πρωταγωνιστών της ιστορίας μου και το νήμα που τους συνδέει είναι ένα επικίνδυνο μυστικό που όλοι το αναζητούν, είτε από αθώα περιέργεια είτε από στυγνό συμφέρον.
Το μπαούλο στην αποθήκη είναι η σπίθα. Γιατί επιλέξατε ένα κλειδωμένο αντικείμενο που περίμενε χρόνια.
Ε.Π.: Τα παλιά αντικείμενα, όπως το μπαούλο της ιστορίας, κρυμμένα ή ξεχασμένα σε παλιά σπίτια, με γοητεύουν ιδιαίτερα. Μου ξυπνούν μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια, από τις εξερευνήσεις που έκανα στα σπίτια των παππούδων και στις σκονισμένες αποθήκες τους για να ανακαλύψω «θησαυρούς». Ο θησαυρός για ένα παιδί δεν ταυτίζεται απαραίτητα με πολύτιμα αντικείμενα, αλλά με κάθε τι που του κινεί το ενδιαφέρον, ας είναι και ένα σκουριασμένο τσίγκινο κουτί γεμάτο παλιά κουμπιά και πολύχρωμες κλωστές!
Τι συμβολίζει για εσάς το μπαούλο; Μνήμη θαμμένη ή αλήθεια που αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσει;
Ε.Π.: Αντικείμενα όπως το παλιό μπαούλο είναι οι φύλακες της μνήμης, με τον ίδιο τρόπο που είναι φύλακες της μνήμης για εμάς τους αρχαιολόγους. τα κομμάτια από αρχαία σπασμένα αγγεία.
Ο Νικήτας και η Σοφία ξεκινούν πιστεύοντας ότι θα βρουν λίρες και κοσμήματα. Πώς δουλέψατε αυτή την παιδική προσδοκία ώστε να μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο σοβαρό, χωρίς να χαθεί η αυθεντική ματιά της ηλικίας τους;
Ε.Π.: Ο Νικήτας και η Σοφία έχουν σαν αφετηρία ένα πολύ λογικό συμπέρασμα: για να είναι κλειδωμένο το μπαούλο, άρα κάτι πολύτιμο θα κρύβει. Και στο μυαλό τους, όπως και στο μυαλό όλων των ανθρώπων, το «πολύτιμο» ταυτίζεται με χρήματα και κοσμήματα. Προσπάθησα, μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας να τους οδηγήσω σε άλλα συμπεράσματα, να καταλάβουν ότι πολύτιμη είναι και η αλήθεια, πολύτιμη είναι και η διατήρηση της μνήμης και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι θέματα σημαντικά και οφείλουμε να τα συζητάμε με τους εφήβους, ακόμη και αν κάποια από αυτά είναι δύσκολες και σκοτεινές σελίδες της Ιστορίας μας.
Πότε, μέσα στη γραφή, αποφασίσατε ότι το «παιχνίδι εξερεύνησης» πρέπει να σταματήσει και να γίνει πραγματικός θανάσιμος κίνδυνος. Ποιο ήταν το σημείο που δεν γυρίζει πίσω;
Ε.Π.: Είναι το σημείο όπου τα παιδιά αποφασίζουν να πάνε εκεί όπου τους έχει οδηγήσει η έρευνα, στα Ταμπούρια. Από τη στιγμή αυτή και μετά, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες.
Μέσα στο μπαούλο υπάρχουν πολύτιμες πληροφορίες για αρχαίους θησαυρούς. Ως αρχαιολόγος, τι θέλατε να περάσει στον αναγνώστη για την έννοια του «θησαυρού». Πλούτος, γνώση, ιστορία;
Ε.Π.: Για τους αρχαιολόγους τα αρχαία δεν είναι «θησαυροί» είναι πηγές γνώσης και Ιστορίας και αυτή είναι η αξία τους. Δεν έχουν «τιμή» όπως ένα οποιοδήποτε πολύτιμο αντικείμενο και αυτό ήθελα να καταλάβουν οι νεαροί αναγνώστες, βάζοντας τους δύο πρωταγωνιστές μου να μπλέκονται μέσα σε μια μεγάλη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας.
Οι άνθρωποι που τους αναζητούν είναι αδίστακτοι. Τι τους κάνει πραγματικά επικίνδυνους στο βιβλίο σας. Η δύναμή τους, η γνώση τους, ή το ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν;
Ε.Π.: Το χρήμα είναι που τους κάνει πολύ επικίνδυνους. Η υπόσχεση μεγάλου κέρδους από την πώληση των αρχαίων, κινητοποιεί τόσο τον εγκέφαλο της συμμορίας όσο και τους εντολοδόχους του και αυτό τους κάνει αδίστακτους γιατί έχουν πολλά να χάσουν σε περίπτωση αποτυχίας.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε τι αλλάζει μέσα στον Νικήτα και στη Σοφία μέχρι το τέλος, τι θα λέγατε ότι κερδίζουν ή χάνουν. Την αθωότητα, την εμπιστοσύνη, ή τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος είναι ασφαλής;
Ε.Π.: Η περιπέτεια που ζουν οι δύο έφηβοι τους φέρνει σε επαφή με έναν κόσμο που δεν έχουν ποτέ φανταστεί, όπου τίποτα δεν είναι όπως παρουσιάζεται. Αυτό μπορώ να πω ότι είναι το τέλος της αθωότητας. Από την άλλη, η περιπέτεια αυτή τους ωριμάζει και τους προετοιμάζει για τον κόσμο των ενηλίκων.
Όταν ανοίγει ένα μπαούλο, ανοίγει και μια ευθύνη. Τι θα θέλατε να μείνει σε ένα παιδί ή έναν έφηβο που θα κλείσει το βιβλίο σας. Ο ενθουσιασμός της εξερεύνησης ή η επίγνωση ότι κάθε αλήθεια έχει τίμημα;
Ε.Π.: Θα έλεγα και τα δύο, ανάλογα πάντα με την ηλικία του αναγνώστη. Τα μικρότερα παιδιά μπορούν να σταθούν περισσότερο στην περιπέτεια αυτή καθ’ εαυτή και στον ενθουσιασμό της εξερεύνησης. Οι έφηβοι όμως μπορούν να πάνε και παρακάτω και να αναλογιστούν θέματα που τους απασχολούν στην πραγματική ζωή, όπως για παράδειγμα πόσο σημαντικό είναι να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ε.Π.: Η σχέση ενός ατόμου με τα βιβλία ξεκινά από μικρή ηλικία. Όταν όμως η σχέση αυτή περιορίζεται στο σχολικό βιβλίο και η ανάγνωση γίνεται υποχρέωση πώς να αγαπήσει κανείς το βιβλίο; Η λογοτεχνία συνδέοντας την (όχι υποχρεωτική) ανάγνωση με την απόλαυση μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μας με το βιβλίο, αλλά δεν μπορεί να το κάνει από μόνη της, θέλει και κάποια βοήθεια. Τα προγράμματα φιλαναγνωσίας που υλοποιούνται στα σχολεία, συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση και ελπίζω οι επόμενες γενιές ενηλίκων να αποκτήσουν μια καλή σχέση με το βιβλίο.

