Στη δημόσια σφαίρα η μητρότητα εξακολουθεί να φορτώνεται με προσδοκίες τελειότητας, σαν να είναι ρόλος που βαθμολογείται καθημερινά. Το βιβλίο «Είσαι καλή μαμά» ανοίγει αυτή τη δύσκολη συζήτηση χωρίς ωραιοποιήσεις, φωτίζοντας τις κοινωνικές πιέσεις, τα στερεότυπα και τις ενοχές που γεννά η διαρκής αξιολόγηση της μητέρας, μέσα και έξω από το σπίτι, αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η συγγραφέας, που επιλέγει συνειδητά να μη δημοσιοποιήσει όνομα και πρόσωπο, μιλά για ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικό βίωμα και επαγγελματική γνώση, με στόχο να προσφέρει κατανόηση και ανακούφιση, όχι «συνταγές». Στη συνέντευξη που ακολουθεί, εξηγεί γιατί η μητρότητα δεν είναι διαγωνισμός, αλλά σχέση που ανθίζει μόνο μέσα στην αλήθεια, την αποδοχή και τον σεβασμό των ορίων.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Τι σε ώθησε να γράψεις το πρώτο σου βιβλίο και γιατί επέλεξες τον τίτλο «Είσαι καλή μαμά»;
Η έμπνευση για το πρώτο μου βιβλίο, προήλθε από μία βαθιά προσωπική αλλά και επαγγελματική διεργασία. Ανέκαθεν με απασχολούσαν οι κοινωνικές προσδοκίες και οι αντιφάσεις που περιβάλλουν τον ρόλο της μητέρας στη σύγχρονη κοινωνία. Ως μαμά όμως, ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ αληθινές εμπειρίες μου, σκέψεις και συναισθήματα γύρω από αυτή τη μοναδική και απαιτητική ταυτότητα. Για μένα, η μητρότητα, είναι μία συνεχής αναζήτηση ισορροπιών ανάμεσα στην προσωπική αυτοπραγμάτωση και στα κοινωνικά στερεότυπα που μας διαμορφώνουν.
Ο συγκεκριμένος τίτλος, «Είσαι καλή μαμά», δεν επιλέχθηκε τυχαία. Είναι μία φράση – καθρέφτης, μία ερώτηση που κάθε μητέρα έχει ακούσει ή έχει ψιθυρίσει κάποια στιγμή στη ζωή της. Μέσα από μία ειλικρινή και ανθρώπινη προσέγγιση, εμπλουτισμένη φυσικά με επιστημονικά δεδομένα, το βιβλίο επιχειρεί να φωτίσει τις προκλήσεις, τις χαρές αλλά και τις εσωτερικές συγκρούσεις που συνοδεύουν αυτόν τον ρόλο.
Πόσο προσωπική είναι η ιστορία που αφηγείσαι και τι σε δυσκόλεψε περισσότερο κατά τη συγγραφή της;
Το βιβλίο αυτό είναι ένα προσωπικό ταξίδι. Βασίζεται στις δικές μου εμπειρίες ως μητέρα αλλά έχω αντλήσει και στοιχεία από τις ακαδημαϊκές μου γνώσεις. Ομολογώ πως ήταν μεγάλη πρόκληση να καταφέρω να τα ισορροπήσω αυτά τα δύο, ώστε να μπορέσω να είμαι ειλικρινής αλλά και στοχευμένη.
Το δυσκολότερο σημείο της συγγραφής ήταν όταν η προσωπική εμπειρία άγγιζε το συναίσθημα. Εκείνες τις στιγμές έπρεπε να βρω τρόπο να εκφραστώ με αλήθεια αλλά και με σεβασμό απέναντι σε κάθε μητέρα που διαβάζοντας το βιβλίο θα βρει στο λόγο μου δικά της κομμάτια.
Σε ποιες γυναίκες απευθύνεται κυρίως το βιβλίο σου και τι θα ήθελες να νιώσουν διαβάζοντάς το;
Το βιβλίο μου απευθύνεται ανεξαιρέτως σε όλες της γυναίκες που έχουν βιώσει τη μητρότητα. Κυρίως όμως, απευθύνεται σε εκείνες που προσπαθούν να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους μέσα από αυτόν τον ρόλο, καθώς το βιβλίο είναι στην πραγματικότητα μία επιβεβαίωση πως δεν είναι μόνες σε αυτή τη διαδρομή. Θα ήθελα οι αναγνώστριες να νιώσουν κατανόηση, αποδοχή και σίγουρα εσωτερική ανακούφιση, την αίσθηση ότι η μητρότητα δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να είναι αληθινή και ουσιαστική.
Ποιες κοινωνικές πιέσεις ή στερεότυπα γύρω από τη μητρότητα επιχειρείς να αναδείξεις;
Επιχειρώ να φωτίσω τις κοινωνικές πιέσεις αλλά και τα στερεότυπα που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα, όπως η προσδοκία της «τέλειας» μαμάς, της γυναίκας που οφείλει να ανταποκρίνεται σε κάθε ρόλο με απόλυτη επιτυχία και αυτοθυσία. Προσπαθώ να εστιάσω στην πίεση της ισορροπίας ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή, μία ισορροπία που συχνά προβάλλεται ως υποχρέωση και όχι ως επιλογή.
Παράλληλα, αναλύω τα στερεότυπα που παρουσιάζουν τη μητρότητα ως έναν ρόλο απόλυτης προσφοράς και διαρκούς διαθεσιμότητας. Ένα πρότυπο που από μόνο του οδηγεί σε ενοχές, εξάντληση και ένα αίσθημα ανεπάρκειας. Μέσα από αυτό το βιβλίο λοιπόν, πασχίζω να δημιουργήσω μία πιο αυθεντική, πιο ευέλικτη και ανθρώπινη προσέγγιση απέναντι στο τι σημαίνει σήμερα να είσαι μαμά. Μία προσέγγιση που αναγνωρίζει και αποδέχεται τις διαφορετικές εμπειρίες και τιμά τη μοναδικότητα κάθε γυναίκας.
Πιστεύεις ότι σήμερα οι μητέρες νιώθουν ελεύθερες να είναι ο εαυτός τους ή κρίνονται συνεχώς;
Πιστεύω πως σήμερα οι μητέρες βιώνουν κάτι απόλυτα παράδοξο: από τη μία πλευρά υπάρχει ο δημόσιος λόγος που μιλά για ελευθερία, δικαίωμα στην επιλογή, αποδοχή της διαφορετικότητας και από την άλλη, έρχεται η καθημερινότητα, όπου οι μητέρες εξακολουθούν να κρίνονται αδιάκοπα για τις αποφάσεις τους, για το σώμα τους, για τον τρόπο που μεγαλώνουν τα παιδιά τους, ακόμα και για το πως «πρέπει» να αισθάνονται. Η μητρότητα έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο συνεχούς αξιολόγησης, τόσο από το οικογενειακό περιβάλλον όσο και από τον κοινωνικό περίγυρο αλλά και ακόμα χειρότερα, από τον απαιτητικό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή η διαρκής κρίση συρρικνώνει την αυθεντικότητα της γυναίκας. Πολλές μητέρες διστάζουν να είναι ο εαυτός τους γιατί φοβούνται μήπως χαρακτηριστούν «κακές μαμάδες». Η μητρότητα δεν είναι διαγωνισμός. Είναι μία σχέση και όπως όλες οι σχέσεις, έτσι και αυτή ανθίζει μόνο μέσα στην ελευθερία, την αποδοχή και την αλήθεια.
Ποιο είναι το βασικό μήνυμα που θα ήθελες να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;
Κλείνοντας αυτό το βιβλίο, θα ήθελα η κάθε αναγνώστρια να κρατήσει την αίσθηση ότι δεν είναι μόνη και ότι δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται στον ιδανικό και γιατί όχι, απάνθρωπο ορισμό της «καλής μητέρας». Το κεντρικό μήνυμα του βιβλίου είναι πως η μητρότητα δεν μετριέται με πρότυπα τελειότητας, αλλά με παρουσία, φροντίδα και αυθεντική σχέση. Προσπαθώ να δείξω ότι πολλά από τα βάρη που κουβαλούν οι μητέρες δεν είναι προσωπικές αποτυχίες αλλά κοινωνικές απαιτήσεις που έχουν εδραιωθεί βαθιά μέσα μας. Ως μητέρα, θέλω να πω κάτι απλό και ουσιαστικό: το να κουράζεσαι, να αμφιβάλλεις, να κάνεις λάθη, δε σε κάνει λιγότερο «καλή μαμά». Αντίθετα, σε κάνει ανθρώπινη. Αν η αναγνώστρια, κλείνοντας αυτό το βιβλίο, νιώσει λίγη περισσότερη κατανόηση και τρυφερότητα για τον εαυτό της, τότε το βιβλίο αυτό θα έχει πετύχει τον σκοπό του.
Τι σημαίνει για σένα προσωπικά ο όρος «καλή μαμά» μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου;
Μετά από την ολοκλήρωση αυτού του έργου, ο όρος «καλή μαμά» για μένα έχει απογυμνωθεί από πολλές πλευρές: από τις κοινωνικές επιταγές αλλά και από τα στερεότυπα που τον βαραίνουν. Πλέον δεν τον αντιλαμβάνομαι σαν ένα ρόλο που πρέπει να εκτελεστεί σωστά, ούτε σαν μια ταυτότητα που χρειάζεται συνεχώς την επιβεβαίωση του κοινού. Η «καλή μαμά» είναι εκείνη που επιτρέπει στον εαυτό της να μην είναι τέλεια, που ξέρει ποια είναι τα όριά της και τα σέβεται, που μαθαίνει μαζί με το παιδί της χωρίς να προσποιείται ότι έχει όλες τις απαντήσεις. Γιατί το να είσαι μαμά δεν είναι επίτευγμα, είναι μία σχέση που δεν υποκλίνεται στην τελειότητα, αλλά στην αυθεντικότητα και τη φροντίδα των παιδιών αλλά και του εαυτού μας.
Πώς βίωσες τη διαδικασία της πρώτης σου έκδοσης ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας;
Είναι ένα ταξίδι γεμάτο ένταση, συγκίνηση αλλά και αυτογνωσία. Ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, έχω την τιμή να νιώσω τη χαρά της δημιουργίας όταν συναντά το ρίγος της έκθεσης. Η διαδικασία αυτή μου αποκαλύπτει πόσο θάρρος απαιτείται όταν εμπιστεύεσαι το έργο σου στους αναγνώστες. Ταυτόχρονα, είναι και ένα μεγάλο μάθημα για μένα, καθώς συνειδητοποίησα πως δεν πρόκειται για ένα απλό βιβλίο αλλά για έναν ζωντανό διάλογο με την ίδια την κοινωνία. Η εμπειρία αυτή από μόνη της λειτουργεί σαν σημείο ωρίμανσης για μένα.
Υπάρχει κάποιο σημείο του βιβλίου που θεωρείς πιο ευάλωτο ή πιο κοντά στην καρδιά σου;
Ολόκληρο το βιβλίο το αισθάνομαι κομμάτι μου. Τα πιο ευάλωτα σημεία του όμως είναι εκείνα που αγγίζουν τη σιωπή της μητρότητας. Εκείνες τις στιγμές της αμφιβολίας, της εξάντλησης, της μοναξιάς, που συχνά μένουν κρυμμένες πίσω από την ανάγκη μας να δείχνουμε ότι ανταποκρινόμαστε. Τα σημεία αυτά είναι τα πιο ευάλωτα για μένα γιατί ουσιαστικά δεν προσφέρουν λύσεις αλλά αντίθετα, δημιουργούν ερωτήματα. Αν κάτι με παρηγορεί, είναι η ελπίδα πως αυτές οι σελίδες ίσως να λειτουργήσουν σαν καθρέφτης, όχι για να κρίνουν, αλλά για να ψιθυρίσουν με τρυφερότητα σε κάθε μαμά «Σε βλέπω. Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ περνώ τα ίδια με σένα.».
Είναι το «Είσαι καλή μαμά» η αρχή μιας ευρύτερης συγγραφικής πορείας;
Το «Είσαι καλή μαμά» αποτελεί για μένα μία βαθιά και ουσιαστική αφετηρία. Το αν αυτή η πορεία θα συνεχιστεί και με άλλες μορφές γραφής είναι κάτι που το αφήνω ανοιχτό. Δεν κρύβω ότι με ελκύει πολύ η δύναμη ενός μυθιστορήματος που φωτίζει ανθρώπινες και κοινωνικές αντιφάσεις με έναν πιο υπόγειο, συναισθηματικό τρόπο. Όποια κι αν είναι η συνέχεια, ξέρω ότι θα παραμείνει δεμένη με την ανάγκη μου να κατανοώ και να αφηγούμαι την ανθρώπινη εμπειρία με ευαισθησία, ευθύνη αλλά και αλήθεια.

