Στο «CorfuPress.com» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Γιώργο Θ. Κασαπίδη με αφορμή το βιβλίο «’μένα με λένε Σωθικό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ. Ένα έργο αποτελούμενο από μία κεντρική νουβέλα και δώδεκα μικρές ιστορίες, όπου η παιδική μνήμη, ο έρωτας, ο πόλεμος, η απώλεια και η πολιτική στάση ζωής συνυπάρχουν σε μια γραφή βαθιά βιωματική, ποιητική και αφοπλιστικά ειλικρινή.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Κασαπίδη, ο τίτλος «’μένα με λένε Σωθικό» μοιάζει με δήλωση ταυτότητας, σχεδόν με εξομολόγηση. Ποιος είναι ο Σωθικός για εσάς και τι σας ώθησε να δώσετε φωνή σε αυτόν τον αφηγητή;
Γ. Κ.: Όλα μου τα κείμενα (από τα παραμύθια μου, τα διηγήματα, τις νουβέλες μου έως και το πρόσφατο μυθιστόρημά μου) έχουν προσωπικά στοιχεία. Είναι σπαράγματά μου. Δεν γνωρίζω -τουλάχιστον ακόμη- άλλο τρόπο και δεν ξέρω αν θέλω να υπάρχω συγγραφικά με άλλο τρόπο. Μόνο που ο συγγραφέας έχει χρέος να κάνει τη δική του ιστορία ιστορία όλων των αναγνωστών. Έτσι, στα δικά μου γραπτά θα βρει ο καθένας κάτι από τον εαυτό του, θα ταυτιστεί, θα νιώσει να συμμετέχει. Το Σωθικό είμαι εγώ! Το Σωθικό είσαι εσύ! Είναι ο μεγάλος έρωτας που δεν πρόλαβε να γίνει αγάπη. Είναι -εν μέρει- το ανεκπλήρωτο, εκείνο που δεν χορτάστηκε ίσως, εκείνος ή εκείνη που χάθηκε στο πέρασμα των χρόνων και από παιδί ξημέρωσε ενήλικας ή και μεσήλικας. Δεν είναι εξομολόγηση. Είναι το κομμένο από ψαλίδι άνθος που κατέληξε εφήμερα σε κάποιο πορσελάνινο βάζο. Είναι οι στιγμές που μας διαχειρίζονται όταν δεν τις καλοπιάνουμε. Είναι οι επιλογές μας ή οι επιλογές άλλων που μας καθοδηγούν. Το Σωθικό είναι η φωνή ενός νεαρού στη δεκαετία του ’70. Όσα κατάφερε να ‘ξεστομίσει’, μακάρι να τα είχα πει εγώ…
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στη νουβέλα και τις μικρές φόρμες, επιλογή που επαναλαμβάνετε συχνά στη γραφή σας. Τι είναι αυτό που σας ελκύει τόσο στις σύντομες ιστορίες και γιατί νιώθετε ότι «μένει κανείς μισός» μετά από κάθε κείμενο;
Γ. Κ.: Η ποίηση, το διήγημα, η νουβέλα, το μυθιστόρημα. Αυτή είναι η σειρά δυσκολίας της γραφής κατά τη δική μου γνώμη. Οι μικρές φόρμες των διηγημάτων μου με συναντούν. Δεν είναι επιδίωξη. Ίσως έχω την ικανότητα να πω όσο πιο σύντομα εκείνα που με καίνε ή, αν θέλεις, δεν έχω το ταλέντο να τεντώσω τόσο την ιστορία μου ώστε να παραμένει ενδιαφέρουσα και με μεγαλύτερο όγκο. Και ναι, το έχω δηλώσει πολλές φορές ότι ενώ η γραφή είναι ανάγκη για την ψυχική μου ισορροπία, κάθε που μπαίνει η τελευταία βαριά τελεία ενός κειμένου μου, νιώθω ότι έχω αφήσει τον μισό μου εαυτό εκεί μέσα. Και εκείνο το μισό που περισσεύει θέλει πολύ χρόνο για να επανέλθει. Ίσως η μικρή φόρμα να εξυπηρετεί την υγεία μου, δεν μπορώ να το ερμηνεύσω ακόμη. Στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο ‘’Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες’’ έχω μπει για πρώτη φορά στον κόσμο του μυθιστορήματος. Εκεί θα συναντήσει ο αναγνώστης μια διαφορετική αντιμετώπισή μου στη συγγραφή. Σε προκαλώ να το κάνεις!
Η μνήμη -προσωπική και συλλογική- διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο: παιδικά καλοκαίρια, χωριό, οικογενειακές μορφές, χαμένοι άνθρωποι, τραύματα πολέμου. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στο βιωματικό υλικό και τη λογοτεχνική επεξεργασία χωρίς να γίνεται εξομολογητικό ημερολόγιο;
Γ. Κ.: Δεν υπάρχουνε συνταγές στην Τέχνη. Ο καθένας βρίσκει τον δικό του τρόπο για να παρουσιάσει το έργο του. Ακόμη και αν γινότανε εξομολογητικό ημερολόγιο δε θα ήτανε απαραίτητα κάτι μεμπτό. Φτάνει να μην υπήρχε μια πεζή επανάληψη. Η λογοτεχνία είναι Αισθητική. Είτε την έχεις είτε όχι. Είναι Τάλαντο. Που ναι μεν μπορεί κάποιος να το βελτιώσει δουλεύοντας προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά από την άλλη, θα φτάσει μέχρι εκεί που το ταλέντο του τον ορίζει. Και επίσης, αυτό που για κάποιον αναγνώστη είναι αρεστό, για κάποιον άλλο ίσως και να μην είναι. Για παράδειγμα, πάντα θα εκπλήσσομαι όταν κάποιος μου λέει ότι δεν τον συγκινούν οι μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι.
Ο πόλεμος και τα παιδιά που χάνονται επανέρχονται έντονα στον λόγο σας, όχι ως αφηρημένη έννοια αλλά ως καθημερινή πληγή. Θεωρείτε ότι η λογοτεχνία έχει χρέος να παίρνει θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω μας; Μπορεί η γραφή να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης;
Γ. Κ.: Η Ειρήνη είναι το σπουδαιότερο αγαθό. Και η ανθρωπότητα τη ματώνει με κάθε τρόπο. Θρησκευτικά και οικονομικά τα αίτια. Είναι δυνατόν να μην είναι χρέος της λογοτεχνίας, και της κάθε Τέχνης, να παίρνει θέση σε όσα γίνονται; Να μην σκύβει μπροστά στον άνθρωπο, στο παιδί; Να μην καταδεικνύει τους ενόχους; Είμαι βαθιά πολιτικοποιημένος. Είμαι ενεργός πολίτης και με την Τέχνη μου βαδίζουμε χέρι χέρι. Πότε με τραβά από το μαλλί και πότε την κατσαδιάζω. Η γραφή δεν είναι μόνο μια πράξη αντίστασης, κάποιες φορές γίνεται και πολλά παραπάνω. Είναι συνειδητοποίηση, ξεσηκωμός, επανάσταση. Ή, αν θέλεις, είναι η σπίθα για τις ‘φωτιές’ που πρέπει να μπουν. Ο οργανωμένος αγώνας ακολουθεί τον αρχικό ενθουσιασμό και ας κρατά η Τέχνη τη σημαία που θα προπορεύεται και θα οδηγεί.
Στο «’μένα με λένε Σωθικό» ο έρωτας εμφανίζεται σε πολλές μορφές: σαρκικός, τρυφερός, ανεκπλήρωτος, ως νοιάξιμο, ως απώλεια. Πόσο καθοριστικός είναι ο έρωτας για εσάς ως κινητήρια δύναμη της αφήγησης αλλά και της ίδιας της ζωής;
Γ. Κ.:Ο έρωτας. Ο έρωτας.
Μη με ρωτάς και ρώτα με.
Απάντηση θα λάβεις;
Ο Έρωτας έχει όλες αυτές τις μορφές και σε κινεί σα μαριονέτα στα χέρια του. Ο Έρωτας που δεν κρατάει πολύ. Είτε θα γίνει Αγάπη, είτε θα σκορπιστεί. Αυτός είναι ο δικός του ρόλος. Και αφού μπορεί και μας εκμεταλλεύεται με τον τρόπο του, πάντα θα τον εκθέτω. Και πάντα θα ερωτεύομαι. Μια θα νικώ και δυο θα χάνω. Ακόμη και τον στήμονα και τον ύπερο μιας παπαρούνας ή μιας πασιφλόρας ερωτεύομαι. Από την ανατολή τους έως τη δύση τους. Όσο αντέξουν! Όσο αντέχω!
Ποιος είμαι εγώ ο οποίος θα αρνιόμουνα το κεντρικό και άυλο όργανο ενός ανθρώπου. Ναι, ο Έρωτας με κινεί, με ωθεί, με τρέφει. Συγγραφικά και ως οντότητα.
Η γλώσσα σας είναι έντονα φορτισμένη, με ιδιωματισμούς, εικόνες, παρομοιώσεις και έναν ρυθμό που συχνά αγγίζει την ποίηση. Πόσο συνειδητή είναι αυτή η γλωσσική επιλογή και πόσο προκύπτει ενστικτωδώς από τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο;
Γ. Κ.: Γράφω ενστικτωδώς. Είμαι αληθινός. Με καταθέτω. Με εκθέτω. Με ρημάζω. Κι έπειτα με φιλτράρω. Αυστηρά. Κι έπειτα με ζυγίζω. Με ακρίβεια. Κι έπειτα τα λάθη μου γίνονται γλώσσα φορτισμένη, με ιδιωματισμούς, με εικόνες, παρομοιώσεις και… ποίηση. Απλά είμαι ο Γιώργος.
Στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου συνειδητοποιώ -από τους ομιλητές κυρίως- όλες τις προεκτάσεις της γραφής μου. Στις συναντήσεις με αναγνώστες μου και στις κουβέντες που προκύπτουν. Στις απορίες τους, στις επισημάνσεις τους. Έτσι παίρνει άλλη διάσταση μέσα μου η τέχνη μου. Η όποια συγγραφική μου τέχνη.
Έχετε πει ότι «τον τελευταίο λόγο τον έχει πάντα ο αναγνώστης». Αν όμως σας ζητούσα να θέσετε εσείς το βασικό ερώτημα που θα θέλατε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης κλείνοντας το «’μένα με λένε Σωθικό», ποιο θα ήταν αυτό; Τελικά, πόσα μπορεί να χωρέσει μια ζωή και τι αξίζει πραγματικά να σωθεί στη μνήμη;
Γ. Κ.: Κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι ο Άνθρωπος. Με όσα όμορφά του και όσα τον ασχημαίνουν. Ίσως δεν θα ήταν ερώτημα εκείνο που θα ’θελα να κουβαλάει μαζί του ο αναγνώστης μετά το Σωθικό μου. Ίσως να ήταν μια διαπίστωση που οφείλει ο καθένας μας να κάνει. Είμαστε μοναδικές οντότητες και ξεχωριστές. Μα δεν κινείται όλος ο κόσμος γύρω μας. Όταν το συνειδητοποιήσουμε αυτό και παραμερίσουμε όλους μας τους εγωισμούς, είμαι βέβαιος ότι ο κόσμος αυτός θα γίνεται μέρα τη μέρα καλύτερος. Ακόμη κι αν χρειαστεί να τον ξαναχτίσουμε από την αρχή, κάτι που προσωπικά δε με τρομάζει.
Μια χούφτα αγάπη μπορεί να χωρέσει η ζωή. Κι εκείνη κάποτε θα γίνει σύννεφο. Θα γίνει κάποτε βροχή, κι αν στάξει πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων θα ξαναγεννηθεί Αγάπη. Στη μνήμη του καθενός ας σωθούνε όλα τα λάθη που οφείλουμε να μην ξανακάνουμε.

