«Το Μυστικό της Μαύρης Πέτρας», μια ιστορία μαγείας, φιλίας και ευθύνης.
Στo «CorfuPress.com» φιλοξενούμε τον συγγραφέα Αλέξανδρο Τόλια, με αφορμή το βιβλίο του «Το Μυστικό της Μαύρης Πέτρας». Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Ένα μυθιστόρημα για εφήβους, αλλά και για κάθε αναγνώστη που έχει ευχηθεί κάποτε κάτι με όλη του την ψυχή.
Μέσα από τη μαγεία και το μυστήριο, ο συγγραφέας μάς θυμίζει πως οι επιθυμίες είναι δρόμοι που θέλουν θάρρος για να τους περπατήσεις.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Τόλια, κάθε βιβλίο φαντασίας κρύβει έναν κόσμο πίσω από τις λέξεις. Ο δικός σας κόσμος είναι γεμάτος φως, σκιές και μαγικές δυνάμεις που δοκιμάζουν την ψυχή. Πώς χτίσατε αυτό το σύμπαν; Βρήκατε δυσκολίες; Ποια ανάγκη σας οδήγησε να μιλήσετε για το τίμημα των ευχών;
T.A: Από πολύ μικρή ηλικία προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι αυτό που στ’ αλήθεια επιθυμώ και τι θα ήθελα να καταφέρω σε κάθε τομέα της ζωής μου. Παρατηρώντας ανθρώπους να παλεύουν για τα όνειρά τους, αλλά και να γοητεύονται από «εύκολους δρόμους», αναρωτήθηκα πώς θα ήταν αν υπήρχε ένα μαγικό αντικείμενο που πραγματοποιεί κάθε επιθυμία. Κάθε ευχή, όμως, έχει το δικό της τίμημα – όπως και στην πραγματική ζωή, όπου το τίμημα είναι ο κόπος, ο χρόνος και οι θυσίες μας.
Η μεγαλύτερη δοκιμασία, τόσο στον δικό μας κόσμο όσο και στον φανταστικό κόσμο που δημιούργησα, είναι να ανακαλύψουμε ποια είναι η πραγματική, βαθύτερη επιθυμία μας. Πολύ συχνά αφιερώνουμε ενέργεια σε πράγματα που τελικά δεν έχουν καμία ουσιαστική σημασία. Με αυτή τη σκέψη γεννήθηκε η ιστορία και οι χαρακτήρες μου – άνθρωποι και πλάσματα που παλεύουν για τις επιθυμίες τους και ελπίζουν ότι η Μαύρη Πέτρα θα τις πραγματοποιήσει.
Το χτίσιμο ενός νέου φανταστικού σύμπαντος έχει πάντα δυσκολίες. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν οι χαρακτήρες να δρουν με τρόπο που να δικαιολογεί τις πράξεις τους και τα πάθη τους. Κάποιοι δεν βρίσκουν ποτέ τη Μαύρη Πέτρα, άλλοι αντιστέκονται, και άλλοι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν. Ελπίζω πως δημιούργησα έναν κόσμο ρεαλιστικό μέσα στη φαντασία, με φως και σκοτάδι, καλό και κακό, που να μοιράζεται τις δικές μου σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από τις ανθρώπινες επιθυμίες.
Η Φαίδρα είναι μια ηρωίδα που ψάχνει να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά της, ενώ γύρω της καταρρέουν όλα. Τι θα λέγατε ότι αντιπροσωπεύει για εσάς; Μια φωνή ωριμότητας μέσα στην παιδική αθωότητα ή την ίδια τη δύναμη της αγάπης που επιμένει; Έχετε κοινά στοιχεία;
T.A: Πράγματι έχω πολλά κοινά στοιχεία με τη Φαίδρα. Εκφράζει τον δικό μου εφηβικό εαυτό, τις αγωνίες, τις αξίες, τον ρομαντισμό και τα συναισθήματα εκείνης της ηλικίας. Η μεγαλύτερη επιθυμία της δεν αφορά υλικά αγαθά ή την επιτυχία, αλλά την οικογένειά της. Παρ’ όλα αυτά, νοιάζεται για όλους· αφουγκράζεται τις επιθυμίες τους και, όπου μπορεί, βοηθά στην πραγματοποίηση τους.
Παρότι έχει παιδική αθωότητα, διαθέτει μια αξιοθαύμαστη ωριμότητα και μια βαθιά πίστη στις ανθρώπινες σχέσεις, στη φιλία και στην αγάπη, σε αντίθεση με τον αδερφό της, τον Άρη, που παραμένει πιο ανέμελος. Για μένα, η Φαίδρα συμβολίζει την πεποίθηση ότι τα παιδιά θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο με τις επιθυμίες, τις πράξεις και την καθαρή ψυχή τους, που δεν έχει φθαρεί θα έλεγα ακόμα από την καθημερινότητα των μεγάλων.
Μαζί με τον μικρό Άρη και τη Στέφη, οι ήρωές σας μαθαίνουν πως κάθε επιθυμία έχει κόστος. Πόσο εύκολο είναι να περάσει αυτό το μήνυμα σε μια γενιά που έχει μάθει να ζητά χωρίς να περιμένει συνέπειες; Πιστεύετε πως η φαντασία μπορεί να ξαναφέρει τη σκέψη και τη σύνεση στο προσκήνιο;
T.A: Ζούμε σε μια εποχή όπου, κυρίως μέσω των social media, παρουσιάζονται πρότυπα που υπόσχονται τα πάντα χωρίς προσπάθεια. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω πως η γενιά μας έχει περάσει πολλές δυσκολίες και έχει μάθει να παλεύει πραγματικά, χωρίς να της χαρίζεται τίποτα.
Κάθε επιθυμία έχει κόστος και αυτό το κόστος συχνά μας δίνει δύναμη. Αν τα βρίσκαμε όλα έτοιμα, θα χάνονταν η γοητεία και η ικανοποίηση. Η φαντασία, επειδή ξεπερνά τα όρια της λογικής, μπορεί να μας συγκινήσει και να μας προβληματίσει πιο βαθιά από την πραγματικότητα. Μπορεί να αγγίξει ευαισθησίες που η καθημερινότητα δυσκολεύεται να φέρει στο προσκήνιο. Μπορεί με έναν πιο μαγικό, περιπετειώδες και παραστατικό τρόπο να αγκαλιάσει την ψυχή μας και να μας προβληματίσει με παραδείγματα, που τα παραδείγματα της καθημερινής ζωής αδυνατούν.
Η γραφή σας συνδυάζει τον ρυθμό της περιπέτειας με την τρυφερότητα του παραμυθιού. Θεωρείτε πως η λογοτεχνία του φανταστικού μπορεί να διδάξει αξίες όπως η φιλία και η αυτοθυσία πιο αποτελεσματικά από ένα ρεαλιστικό αφήγημα; Γιατί ίσως συμβαίνει αυτό;
T.A: Αρχικά έχω επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τα παραμύθια. Όπως είπατε στον ρυθμό, στο συναισθηματικό τους υπόβαθρο, σε κάποια φανταστικά στοιχεία όπως πλάσματα, αλλά έχω αγκαλιάσει και τον διδακτικό τους χαρακτήρα. Μου αρέσει να διαβάζω κείμενα που έχουν να μου δώσουν και να μου πουν κάτι. Συναισθήματα, αλλά και μηνύματα που έχουμε ξεχάσει σήμερα. Έτσι μου βγαίνει από την ψυχή μου να γράψω κι εγώ. Ίσως επειδή τα συναντάμε όλο και πιο σπάνια στην καθημερινότητας μας, σε έναν άλλο, φανταστικό κόσμο, τελείως διαφορετικό, οι αξίες όπως η φιλία, η αυτοθυσία και η αγάπη «φωλιάζουν» πιο εύκολα μέσα μας. Η μαγεία και η περιπέτεια κάνουν αυτά τα μηνύματα πιο ζωντανά και πιο άμεσα.
Ποια στιγμή της ιστορίας σάς συγκίνησε περισσότερο σαν αναγνώστη; Υπήρξε κάποιο σημείο που αισθανθήκατε ότι γράφετε όχι για τους ήρωές σας αλλά για τον ίδιο σας τον εαυτό; Υπήρξαν αυτονομίες ηρώων ή χαρακτήρων τους;
T.A: Σαν συγγραφέας σίγουρα συγκινήθηκα με την τελευταία τελεία του κειμένου μου. Σαν αναγνώστης ένιωθα το ίδιο, όσο φτάναμε προς τη λύση της ιστορίας. Εύχομαι να νιώσουν το ίδιο και οι αναγνώστες, με την κατάληξη των ηρώων μου. Η συγκίνηση δεν προερχόταν μόνο από τις στιγμές της ιστορίας, αλλά από τις διαπροσωπικές σχέσεις που έχτιζαν οι χαρακτήρες μου. Έχω μία αγαπημένη σχέση, που με συγκινεί πάντα, και αυτή είναι η σχέση της Στέφης με την μάγισσα της ιστορίας. Γενικότερα, όταν η Φαίδρα αγωνιούσε αγωνιούσα κι εγώ. Όταν η Στέφη αγαπούσε αγαπούσα κι εγώ. Ακόμα και με τους «κακούς» της ιστορίας, έμπαινα στη θέση τους, όπως μπαίνω πάντα στη θέση του άλλου και στην αληθινή ζωή.
Η συγγραφή είναι μια πολύ προσωπική εμπειρία. Μία εσωτερική ανάγκη. Όσο εγωιστικό κι αν ακούγεται, γράφουμε και για τον ίδιο μας τον εαυτό, να εκφραστούμε, να περάσουμε κάποια μηνύματα και να βιώσουμε όλο αυτό το ταξίδι γεμάτο συναίσθημα. Να ζωντανέψουμε αυτό που έχουμε φανταστεί. Να νιώσουμε αυτή τη δύναμη της δημιουργίας που μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Προσωπικά, όταν έπιασα το πρώτο μου αντίτυπο συνειδητοποίησα ότι μετά το ταξίδι της συγγραφής, ακολουθεί το ταξίδι με τον αναγνώστη, να το μοιραστώ μαζί του.
Όσον αφορά την τελευταία ερώτηση, μου αρέσει να αφήνω τους χαρακτήρες μου να αντιδρούν στις δυσκολίες και τις προκλήσεις που συναντούν, σαν να εμφανιζόντουσαν στην πραγματικότητα μπροστά τους. Σίγουρα είχα στο μυαλό μου σε αρκετές περιπτώσεις την εξέλιξη της ιστορίας, όμως σε κάποια σημεία πράγματι τα δικά μου σχέδια ανατράπηκαν και οι χαρακτήρες μου διάλεξαν τον δρόμο τους και έδρασαν όπως είχαν εξελιχθεί μέχρι εκείνο το σημείο, κάτι εξαιρετικά μαγικό.
Η παιδική και νεανική λογοτεχνία γνωρίζει σήμερα μια άνθηση στην Ελλάδα. Πιστεύετε πως οι νέοι στρέφονται ξανά στα βιβλία για να βρουν καταφύγιο; Από τι ενδεχομένως; Και πώς βλέπετε τον ρόλο των γονιών και των εκπαιδευτικών σε αυτό το ταξίδι;
T.A: Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί έχουν τεράστια δύναμη στο να ενθαρρύνουν τα παιδιά να διαβάσουν, καθώς είναι οι άνθρωποι που τα επηρεάζουν περισσότερο καθημερινά. Σίγουρα χρειάζεται ενασχόληση, πάθος και μεταδοτικότητα.
Το βιβλίο πράγματι είναι ένα καταφύγιο, όχι απαραίτητα από κάτι αρνητικό – παρότι σίγουρα μπορούμε να ξεφύγουμε από κάποια δύσκολη στιγμή ή αρνητική σκέψη – αλλά από τον περιορισμό της λογικής και της ρουτίνας. Οι νέοι έχουν ανάγκη να ταξιδέψουν με τη φαντασία, να νιώσουν ελεύθεροι, να γελάσουν, να μάθουν, να ζήσουν κάτι διαφορετικό. Σ’ αυτή την τόσο κρίσιμη ηλικία, η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει αξίες, συγκίνηση και υγιή πρότυπα, απέναντι στα πιο επιθετικά και επιφανειακά πρότυπα της εποχής.
Πιστεύετε πως η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση ή χρήζει αρωγής; Ποια είναι η δική σας αλήθεια πάνω σε αυτό;
T.A: Πιστεύω πως η λογοτεχνία έχει από μόνη της μια τεράστια δύναμη∙ μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, να μας συγκινήσει, να μας προβληματίσει και να μας δώσει καταφύγιο. Όμως, όσο μεγάλη κι αν είναι η δύναμη του βιβλίου, δεν αρκεί να «υπάρχει» χρειάζεται και να φτάσει στα χέρια του αναγνώστη. Εκεί, λοιπόν, θεωρώ πως απαιτείται αρωγή. Οι άνθρωποι που αγαπούν το βιβλίο – γονείς, εκπαιδευτικοί, δημιουργοί περιεχομένου, συγγραφείς – μπορούν να λειτουργήσουν σαν γέφυρα για να μεταδώσουν τον ενθουσιασμό τους. Ένα παιδί που βλέπει κάποιον να διαβάζει αφοσιωμένο, που ακούει μια ιστορία με πάθος ή που αγγίζει ένα βιβλίο μέσα σε μια ζεστή βιβλιοθήκη, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αγαπήσει την ανάγνωση.
Η λογοτεχνία έχει τη σπίθα. Αλλά χρειάζεται ανθρώπους να φυσήξουν πάνω της για να γίνει η φλόγα.
Ευχαριστώ πολύ για τις όμορφες ερωτήσεις, για τα καλά σας λόγια και για τη δυνατότητα να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας και με το αναγνωστικό κοινό.

