Όταν έφτασε στο νησί μας, πριν 19 χρόνια, οι περισσότεροι την καλοδεχτήκαμε. Η νεοφερμένη προϊσταμένη ανέλαβε μια αναβαθμισμένη υπηρεσία με αυξανόμενη βαρύτητα στην τοπική κοινωνία. Όταν, μάλιστα, το 2007, η παλιά πόλη της Κέρκυρας εντάχθηκε στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO (άλλη μεγάλη πονεμένη ιστορία), πολλοί από εμάς ελπίσαμε ότι κάτι θετικό προμηνυόταν. Δυστυχώς, η πορεία της απελθούσας –επιτέλους– προϊσταμένης, όχι μόνο διέψευσε τις προσδοκίες μας, αλλά δημιούργησε ένα βαθύ τραύμα στον τόπο μας.
Χαμένες ευκαιρίες
Θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος ότι επί των ημερών της ολοκληρώθηκαν ορισμένα έργα, έστω με εξαιρετικά μεγάλες καθυστερήσεις, όπως, για παράδειγμα, η –απελπιστικά χρονοβόρα– ανακαίνιση του Αρχαιολογικού Μουσείου, μερικές σωστικές παρεμβάσεις στις οχυρώσεις, κ.α. Πέραν του ότι χάθηκαν πάρα πολλές άλλες ευκαιρίες, τα λίγα αυτά έργα χρηματοδοτήθηκαν με πολλά εκατομμύρια ευρώ κι άλλωστε, αποτελούν μόνον έναν από τους στοιχειώδεις τομείς δράσης της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Επιπλέον, αρκετοί αρχαιολογικοί χώροι που θα έπρεπε να είναι επισκέψιμοι –παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις– παραμένουν θλιβερά κλειστοί και απροσπέλαστοι!
Όμως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι το εξής: Κατόρθωσε η υπηρεσία να κεφαλαιοποιήσει αυτά τα έργα; Να τα εντάξει σε ένα συνεκτικό σχέδιο ανάδειξης και εξωστρέφειας; Κι ακόμα –ίσως το σημαντικότερο– κατόρθωσε η απελθούσα προϊσταμένη να προσεγγίσει τον μέσο πολίτη, υποστηρίζοντας την αποστολή της υπηρεσίας που διηύθυνε, καθώς και την αξία της; Δυστυχώς, η απάντηση είναι κατηγορηματικά ΟΧΙ.

Φτωχό επιστημονικό έργο – τοξικό κλίμα
Σύμφωνα με το άρθρο 16, του Π/Δ 4/2018, στους σκοπούς των Εφορειών Αρχαιοτήτων, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται η επιστημονική μελέτη και δημοσίευση των αρχαιοτήτων, η διοργάνωση ημερίδων, τα εκπαιδευτικά προγράμματα, οι εκδηλώσεις ανάδειξης του πολιτιστικού αποθέματος, η προβολή των επικοινωνιακών δράσεων, καθώς και η παραγωγή συμβατικών και ψηφιακών εκδόσεων και εκπαιδευτικού υλικού. Όχι μόνον δεν πραγματοποιήθηκε σχεδόν τίποτε από τα παραπάνω, αλλά όσοι επιχείρησαν να παραγάγουν επιστημονικό έργο συνάντησαν μεγάλα εμπόδια.
Ακόμη και η μόνη αρκετά γνωστή δημοσίευση, μια πολυτελής χορηγηθείσα μονογραφία που πρόσφατα εκδόθηκε με την υπογραφή της, βασίζεται στον πνευματικό μόχθο συνεργατών της (καθώς το περιεχόμενο του βιβλίου απέχει πολύ από το καθαυτό επιστημονικό της αντικείμενο).
Επίσης, σ’ αυτά τα σχεδόν είκοσι χρόνια της θητείας της, πραγματοποιήθηκαν σε όλο το νησί δεκάδες –«σωστικές» υποτίθεται– ανασκαφές, αρκετές με πολύ σημαντικά ευρήματα! Δημοσιεύτηκαν σχετικά επιστημονικά πορίσματα; Η απάντηση είναι –και πάλι– αρνητική.

Διοίκηση χωρίς κανόνες – ανυπαρξία οράματος
Στο ίδιο προεδρικό διάταγμα προβλέπεται η λειτουργία επιστημονικής ολομέλειας σε κάθε Εφορεία, με τακτικές συνεδριάσεις και συλλογικό σχεδιασμό δράσης. Ο θεσμός αυτός, κρίσιμος για τη δημοκρατική και αποτελεσματική λειτουργία της υπηρεσίας, ουσιαστικά δεν λειτούργησε ποτέ. Άλλωστε, είναι γνωστό το ιδιαιτέρως τοξικό και φοβικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί εντός της ΕΦΑ Κέρκυρας.
Αλλά και παραπέρα, σε αυστηρά διοικητικό πλαίσιο, η απελθούσα έχει τεράστια ευθύνη για την προβληματική σχέση της με τους πολίτες. Αντί να δημοσιοποιήσει σαφείς και εύληπτους γενικούς κανόνες, ώστε να γνωρίζουμε όλοι τις υποχρεώσεις μας, έκρινε τα εξεταζόμενα θέματα κατά περίπτωση(!), αντιμετωπίζοντας τους πολίτες συνήθως ως ύποπτους και ενοχλητικούς… Έτσι, πάρα πολλοί συμπολίτες ταλαιπωρήθηκαν επί χρόνια στα γρανάζια της υπηρεσίας, ενώ άλλοι, λιγότεροι, για πανομοιότυπα ζητήματα, φαίνεται να αντιμετωπίστηκαν με δυσεξήγητη επιείκεια.
Αντίστοιχη –και χειρότερη– είναι η κατάσταση για τα χιλιάδες κτήρια προ του 1830, στους οικισμούς και την πόλη της Κέρκυρας. Έκανε κάτι η υπηρεσία προκειμένου να ενημερώσει τους κατοίκους για την αξία αυτών των μνημείων, να τους προλάβει, να τους νουθετήσει, να τους πείσει; Πραγματοποίησε κάποια εμπνευσμένη και εποικοδομητική απεύθυνση προς όλους μας; Η απάντηση είναι: ΟΧΙ.
Όλα αυτά, και πολλά άλλα που δεν χωρούν εδώ, εξώθησαν πολλούς Κερκυραίους πολίτες όχι μόνο στην αποξένωσή τους από τα μνημεία μας, αλλά –αρκετούς από αυτούς– και στην αυθαιρεσία…

Η μεγαλύτερη ζημία
Ποια είναι η μεγαλύτερη ζημία που καταλείπει η απελθούσα στον τόπο μας; Αναμφίβολα η παντελής έλλειψη οράματος και η μεγάλη απαξίωση της Εφορείας Αρχαιοτήτων στη συνείδηση των πολιτών· απαξίωση, μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, που το όνομα της απελθούσας προϊσταμένης χρησιμοποιήθηκε συχνότατα ως επερχόμενη απειλή!…
Αλλά, το μέλλον της πόλης και του νησιού δεν μπορεί να βασίζεται σε τέτοιες πρακτικές… Όλοι οι πολίτες θα πρέπει να πληροφορούμαστε σωστά και να κατανοούμε σε βάθος τα ζητήματα διάσωσης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ώστε να φτάσουμε –σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– να ενστερνιστούμε τις αξίες που θα προφυλάξουν εμάς τους ίδιους, αλλά και τον τόπο μας γενικότερα.
Προϋπόθεση αναστροφής του κλίματος
Για να επουλωθούν οι μεγάλες ανοιχτές πληγές που αφήνει πίσω της η απελθούσα και προκειμένου ν’ αναστραφεί σταδιακά το απολύτως δυσάρεστο και εχθρικό κλίμα, το Υπουργείο Πολιτισμού θα πρέπει να επιλέξει, γι’ αυτή την –κομβικής σημασίας– θέση, ένα πρόσωπο με τα αντίθετα χαρακτηριστικά από αυτά που διέθετε η απελθούσα.
Διότι, δυστυχώς για εκείνην, αλλά περισσότερο δυστυχώς για εμάς, ξένη ήρθε, ξένη και αποτυχημένη φεύγει…
Δημήτρης Κ. Ζυμάρης, ιστορικός
Υστερόγραφο: Το παρόν δημοσιεύεται όχι για να δοθεί περαιτέρω σημασία στην απελθούσα. Ούτως ή άλλως, κάθε προσπάθεια ουσιαστικού διαλόγου μαζί της υπήρξε μάταιη κι επιπλέον, ελπίζουμε ότι δεν θα μπορέσει να προξενήσει άλλο κακό στον τόπο. Δημοσιεύεται με την ελπίδα να κατανοήσει το ΥΠΠΟ το μέγεθος του προβλήματος και να μην μας φορτώσει μ’ ένα ακόμη λάθος… Δ.Ζ.


Πάντα ευπρεπής, ακριβής και κατατοπιστικός ο Κύριος Ζυμάρης παρουσιάζει την δίκαιη -αν και μάλλον ήπια-κριτική του, προς την οποία δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει -ιδίως προς το Υστερόγραφο!
Εξαιρετική η παρέμβασις τού Κου. Ζυμάρη. Πάντως τά πράγματα είναι πολύ χειρότερα άπ’όσον τά παρουσιάζει. Διότι ή απερχόμενη “κυρία” ή οποία έφυγε νύχτα από τήν προηγούμενη θέση της είχε επιβάλλει ένα κλίμα τρομοκρατίας στήν Η’ Εφορεία. Τό προσωπικό δέν είχε καμμία πρόσβαση στήν Βιβλιοθήκη ή οποία ήταν κλειδωμένη καί απροσπέλαστη καί τό ίδιο ίσχυε καί γιά τούς Πολίτες. Οί αρχαιολόγοι τής Εφορείας δέν είχαν τήν παραμικρή δυνατότητα προσβάσεως στά αρχεία, ούτε κάν στίς αποθήκες τού Μουσείου. Δέν είχαν τήν ευκαιρία νά μελετήσουν υλικό καί ούτε μπορούσαν νά συγράψουν οτιδήποτε επιστημονικό μέ ή άνευ τής αδείας τής “προϊσταμένης”. Η δέ σχέσις μέ τούς Πολίτες υπήρξε ή κατώτατη πού ήταν δυνατόν νά υπάρξει ! Νά μήν αναφερθούμε γιά συντηρήσεις ή αναπαλαιώσεις, μία περατζάδα στήν πόλη αρκεί γιά νά διαφωτίσει γιά τά πεπραγμένα. Ευτυχώς πού, επιτέλους φεύγει…στόν αγύριστο καί άς ελπίσουμε ότι ό/ή αρχαιολόγος πού θά πάρει τά ηνία θά βρεθεί στό ύψος τών περιστάσεων.