Στo «CorfuPress.com» η συγγραφέας μιλά για τη γέννηση αυτής της ιστορίας, για τις προκλήσεις της γραφής και για τον τρόπο που η λογοτεχνία μπορεί να συνομιλήσει με τον χρόνο και τις αναμνήσεις
Το νέο μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Μόσχου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell, ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου στοχαστικού και βαθιά ανθρώπινου. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η Αθανασία, μια γυναίκα που έχει ξεπεράσει τα εκατόν είκοσι χρόνια ζωής και γίνεται ο καθρέφτης των απωλειών, των χαρών και των σιωπών που συνθέτουν την πορεία του ανθρώπου. Η Θηρασιά δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά ένας ακόμη χαρακτήρας που αναπνέει, κουβαλά μυστικά και επιβάλλει τον ρυθμό της ζωής. Η συγγραφέας, με λόγο που ισορροπεί ανάμεσα στην απλότητα και τον λυρισμό, υφαίνει μια αφήγηση όπου το καθημερινό συναντά το μαγικό ρεαλιστικό στοιχείο και μαζί δημιουργούν μια νέα αλήθεια
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Μόσχου, το νέο σας βιβλίο «Δυτικά της Σαντορίνης» έχει στο επίκεντρό του μια ηρωίδα που ζει πέρα από τα φυσικά όρια και κουβαλάει μια ολόκληρη εποχή. Τι σας ενέπνευσε να δημιουργήσετε την Αθανασία και πώς καταφέρατε να τη φέρετε κοντά στον αναγνώστη χωρίς να μοιάζει με θρύλο αλλά με αληθινό πρόσωπο που φέρει τα βάρη και τη σοφία μιας μακράς ζωής
Κ.Μ.: Η αρχική μου έμπνευση ξεκίνησε από το πανανθρώπινο ερώτημα, για το νόημα της ζωής. Το βάρος της απάντησης -καθαρά φιλοσοφικής φύσης-, εξαρτάται βέβαια από την προσωπικότητα και την ηθική του καθενός. Η ιδέα σχηματίστηκε ολοκάθαρα στον νου μου, όταν διάβασα την πραγματική ιστορία της Γαλλίδας Ζαν Καλμάν, της γηραιότερης γυναίκας στον πλανήτη, με την πολυτάραχη ζωή και τον εύθυμο χαρακτήρα. Τοποθέτησα λοιπόν ένα αντίστοιχο φανταστικό πρόσωπο, την Αθανασία Ζάννου, στη Θηρασιά, και της έδωσα μια σχεδόν πραγματική υπόσταση, ώστε να γίνεται πιστευτή στον αναγνώστη και μέσω αυτής να δημιουργηθούν σκέψεις, όχι διδαχές -το σωστό είναι να αγγίζεις τον αναγνώστη, όχι να τον πατρονάρεις.
Η Θηρασιά παρουσιάζεται όχι ως φόντο αλλά σχεδόν ως δεύτερος πρωταγωνιστής. Με ποιον τρόπο δουλέψατε ώστε ο τόπος να αποκτήσει τη δική του φωνή και να καθρεφτίζει την ίδια την Αθανασία αλλά και τον στοχασμό για το πέρασμα του χρόνου
Κ.Μ.: Η ηρωίδα μου ταυτίζεται απόλυτα με τον τόπο της πλοκής. Τόσο η Θηρασιά όσο και η Αθανασία Ζάννου, βρίσκονται δυτικά της ζωής, δυτικά των απολαύσεων της σφύζουσας από ζωή Σαντορίνης. Είναι το ιδανικό τοπίο: το ηφαίστειο της Θήρας, η άγρια και ήμερη ομορφιά του τοπίου που προσφέρονται ώστε να δημιουργηθεί μυστήριο γύρω από την ανθρώπινη ταυτότητα. Η Αθανασία, που γεννήθηκε στη Θηρασιά, επιστρέφει στον τόπο καταγωγής της στα βαθιά γεράματα, καταφέρνοντας με τον ιδιαίτερο τρόπο της να προσεγγίσει και να επηρεάσει κατοίκους και επισκέπτες. Ο στοχασμός της είναι κάποιες από τις ιδέες κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου που περνά φάσεις απομόνωσης και επαφής με τη φύση.
Στο βιβλίο σας βλέπουμε δύο άντρες που προσεγγίζουν την ηρωίδα από διαφορετικές οπτικές. Ο Γερμανός γιατρός την αντιμετωπίζει ως επιστημονική περίπτωση ενώ ο Έλληνας διερμηνέας την προσεγγίζει με σεβασμό και κατανόηση. Πόσο σημαντική ήταν για εσάς αυτή η αντίθεση και τι θέλατε να αναδείξετε μέσα από αυτή τη σύγκρουση
Κ.Μ.: Οι συγκρούσεις ανάμεσα σε χαρακτήρες είναι το ενδιαφέρον σημείο κάθε μυθοπλασίας. Μέσα από αυτή την πάλη, που πολύ θα επιθυμούσαμε να υπερισχύσει το καλό, αναδεικνύονται οι πραγματικές όψεις του κόσμου μας, η ζυγαριά πάνω στην οποία ζυγίζονται οι πράξεις μας. Η αντίθεση -ο ορθολογιστής γιατρός εναντίον του συναισθηματικού διερμηνέα-, είναι καθαρά συμβολική. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε καταστάσεις, είναι η ελεύθερη επιλογή μας. Εδώ βέβαια, στο βιβλίο, η μυθοπλασία κλίνει προς την αλλαγή στη συμπεριφορά του ενός από τους δύο, γεγονός που συμβαίνει σπάνια, όμως ήταν απαραίτητο ώστε να δοθεί έμφαση σε κάτι που υπερβαίνει τη λογική.
Η μνήμη εμφανίζεται άλλοτε ως καταφύγιο και άλλοτε ως βάρος. Πώς θελήσατε να αγγίξετε το ερώτημα αν η μακροζωία είναι τελικά δώρο ή δοκιμασία και πώς αποτυπώσατε το δίλημμα αυτό μέσα από τις σιωπές και τις φωνές της ηρωίδας σας
Κ.Μ.: Πολύ ενδιαφέρουσα και βαθιά αυτή η παρατήρηση. Το δίλημμα δεν είναι μόνο της ηρωίδας, είναι το αγωνιώδες ερώτημα που πολύ θα θέλαμε να είχε απαντηθεί. Κάποιοι τυχεροί-άτυχοι από εμάς που θα φτάσουν σε μεγάλες ηλικίες θα το βιώσουν ώστε να έχουν άποψη ουσιαστική. Προς το παρόν, εικάζουμε για κάτι που δεν ζήσαμε. Με τη φτωχή μας ματιά, διαπιστώνουμε μόνο ότι όσο γερνάμε, τόσο χάνουμε και χανόμαστε. Ίσως αυτό να είναι το χειρότερο, όμως ας κρατήσουμε το πιο σημαντικό, ότι το δώρο ζωής, το δώρο να υπάρχεις ανεξαρτήτως του προσδόκιμου ηλικίας, και βέβαια η υγεία μας, είναι τα δύο σημαντικότερα αγαθά για κάθε άνθρωπο. Η ηρωίδα μου μέσα από τον διάλογο ή όχι, προσπαθεί να το φωνάξει στον διερμηνέα, άλλο αν εκείνος δεν μπορεί να το αντιληφθεί παρά μόνο στο τέλος.
Οι περιγραφές σας δίνουν την αίσθηση πως ο αναγνώστης ζει μέσα στο νησί. Νιώθει τη θάλασσα, τον άνεμο, την αλμύρα. Θεωρείτε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται κυρίως στη λεπτομέρεια που μετατρέπει μια ιστορία σε εμπειρία
Κ.Μ.: Η λογοτεχνία έχει τον μαγικό τρόπο να μετατρέπει απλές παρατηρήσεις σε μια δυναμική πέρα από κάθε φαντασία. Σε αναγκάζει να το ζήσεις σαν να είναι αληθινό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο διερμηνέας-αφηγητής φαντάζεται τη γριούλα να χάνεται στο βάθος μαζί με την πολυθρονίτσα της, στο τούνελ του χρόνου. Γίνεται αμέσως εικόνα που ζωντανεύει, κι όμως είναι κάτι που δεν γίνεται να συμβεί. Ο νους του ανθρώπου έχει όμως πολλούς δρόμους και τούνελ. Το ταξίδι μέσα από τη λογοτεχνία πλάθει κι άλλες ιστορίες που γίνονται εμπειρίες, κάτι που δεν σκέφτηκε καν ο συγγραφέας όταν έγραφε τη μία ιστορία, τη δική του.
Το βιβλίο σας δεν στέκεται μόνο στη ρεαλιστική απεικόνιση αλλά θέτει και φιλοσοφικά ερωτήματα. Τι σημαίνει να ζεις πολλά χρόνια και τι μένει τελικά στο τέλος, οι στιγμές ή τα χρόνια. Εσείς ποια απάντηση δίνετε μέσα από τη δική σας γραφή
Κ.Μ.: Η απάντησή μου είναι απλή, αυτή που έχουμε σκεφτεί όλοι, αλλά δεν μπορούμε να την τηρήσουμε ευλαβικά και με τη στοργή που της αξίζει: Να ζούμε τις στιγμές μας· ούτε το χθες, ούτε το αύριο. Αυτή είναι η μικρή «αθανασία μας», η στιγμή εκείνη που την ζούμε σαν να μην υπάρχει τίποτε πέρα από αυτήν. Αυτήν που θα αφήσουμε ως ίχνος, σε όσους μας θυμούνται.
Κλείνοντας θα ήθελα να σας ρωτήσω αν πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να μας συμφιλιώσει με τον χρόνο και να μας βοηθήσει να δούμε τη ζωή και τον θάνατο όχι ως αντίπαλες έννοιες αλλά ως κομμάτια μιας κοινής πορείας
Κ.Μ.: Η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να μας συμφιλιώσει με τη ζωή και τον θάνατο. Εξαρτάται βέβαια από τον χαρακτήρα του καθενός, οι φοβίες δεν νικιούνται εύκολα. Οι σελίδες ενός βιβλίου είναι σπαράγματα ενός μεγαλύτερου βιβλίου, μιας ολόκληρης ζωής, και των εμπειριών που έχουμε αποκτήσει ως τώρα.

