Η συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων στα υπηρεσιακά συμβούλια παρουσίαζε, ιστορικά, ένα διττό χαρακτήρα. Υπήρξε μηχανισμός συνδιαχείρισης και ενσωμάτωσης του συνδικαλιστικού κινήματος και εμπλοκής των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων σε πελατειακές πρακτικές. Είχε, ωστόσο, και ορισμένα δημοκρατικά χαρακτηριστικά: λογοδοσία των αιρετών σε γενικές συνελεύσεις των σωματείων, αποκάλυψη και δημοσιοποίηση αντεργατικών, παράνομων και αντιδημοκρατικών ενεργειών και πρακτικών της διοίκησης. Τα δημοκρατικά αυτά στοιχεία δυνάμωναν όσο πιο οργανική ήταν η σχέση των αιρετών με τα σωματεία. Ιστορικά, οι παρατάξεις με αριστερές αναφορές, στην εκπαίδευση τουλάχιστον, χρησιμοποιούσαν, περισσότερο ή λιγότερο, τις – ουσιαστικά κρατικές – εκλογές των αιρετών για την ανάδειξη των αιτημάτων του εκπαιδευτικού κινήματος, συνδέοντάς τις με τους εν εξελίξει εκπαιδευτικούς, δημοσιοϋπαλληλικούς, εργατικούς αγώνες.
Κάποια στιγμή, ο καπιταλισμός και το αστικό κράτος επέλεξαν, για τους δικούς τους λόγους, να εγκαταλείψουν την τακτική του καρότου της συνδιαχείρισης, κρατώντας και αναβαθμίζοντας μόνο τα μαστίγια της συμπίεσης του μισθολογικού κόστους και της εργοδοτικής τρομοκρατίας (για τους εκπαιδευτικούς/δημοσίους υπαλλήλους την αξιολόγηση, τις διώξεις και τα πειθαρχικά). Πλευρές της σταδιακής αποδυνάμωσης του ρόλου των αιρετών αποτελούν η επιβολή (στα πλαίσια του αντεργατικού νόμου Χατζηδάκι) των ηλεκτρονικών εκλογών των αιρετών το 2020, η συνεχής αποψίλωση των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιακών συμβουλίων προς όφελος της παντοδυναμίας των διευθυντών, αλλά και η σχεδιαζόμενη τώρα πλατφόρμα eduplan, μέσω της οποίας θα γίνονται οι τοποθετήσεις και οι υπηρεσιακές μεταβολές των εκπαιδευτικών.
Πολύ σωστά το εκπαιδευτικό κίνημα διέβλεψε ότι οι ηλεκτρονικές εκλογές δεν αποτελούν μια απλή αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής της εκλογικής διαδικασίας, αλλά αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας, της διαφάνειας και της ανεξάρτητης από το κράτος και τον εργοδότη συνδικαλιστικής δράσης. Ομόφωνα η ΟΛΜΕ, το 2020, κάλεσε τους εκπαιδευτικούς σε αποχή (που ξεπέρασε το 90%), εκτιμώντας ότι η διαδικασία των ηλεκτρονικών εκλογών για τους αιρετούς
- Δεν εγγυάται το αδιάβλητο της διαδικασίας, την μυστικότητα της ψηφοφορίας και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως αμέσως αποδείχθηκε και στην πράξη
- Οδηγεί στην απομείωση των ζωντανών διαδικασιών (διάλογος, ζύμωση, ανταλλαγή απόψεων) και στην απομαζικοποίηση των γενικών συνελεύσεων και του συνδικαλιστικού κινήματος, θίγοντας, έτσι, τον πυρήνα του δικαιώματος του συνέρχεσθαι
- Αποτελεί πιλότο εφαρμογής της στις εκλογές των συνδικαλιστικών ενώσεων, που θα οδηγήσει στον έλεγχο και την χειραγώγηση του συνδικαλιστικού κινήματος, στο φακέλωμα όσων συνδικαλίζονται.
Το 2022 οι παρατάξεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού εγκαταλείπουν την γραμμή της αποχής και συμμετέχουν στις ηλεκτρονικές εκλογές. Στην σκληρή κριτική που τους ασκεί η τότε μειοψηφία της ΟΛΜΕ (ΑΣΕ-ΠΑΜΕ και Παρεμβάσεις) προβάλλεται ως κεντρικό επιχείρημα το ότι δεν έχει αλλάξει κάτι, ώστε να δικαιολογείται η υπαναχώρηση αυτή.
Φέτος, η ΑΣΕ-ΠΑΜΕ και ένα μέρος των Παρεμβάσεων ανακοινώνουν την συμμετοχή τους στις ηλεκτρονικές εκλογές, ενώ τίποτα δεν έχει αλλάξει ως προς τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες διεξαγωγής τους. Η ποιότητα της επιχειρηματολογίας τους («να μην αλωνίζουν οι δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού», «το ζητάει ο κόσμος», «ανάδειξη τίμιων αιρετών») δείχνει ότι δεν πρόκειται καν για τακτική υποχώρηση. Η επιλογή τους αυτή
- Νομιμοποιεί την κυβερνητική πολιτική
- Καλλιεργεί αυταπάτες στους εκπαιδευτικούς ως προς τον ρόλο των αιρετών στις παρούσες συνθήκες
- Δίνει λαβές να κατηγορηθούν δικαιολογημένα για ψηφοθηρία και θυσία των κινηματικών προτεραιοτήτων στον βωμό της εκλογικής σκοπιμότητας
- Έρχεται σε αντίθεση με ένα όχι ευκαταφρόνητο μέρος της βάσης τους
- Αλλοιώνει τις διακηρυγμένες τους αρχές και την πολιτικοσυνδικαλιστική τους φυσιογνωμία και πάνω απ΄ όλα
- Αποδυναμώνει την μαχητική ικανότητα του εκπαιδευτικού κινήματος, ενόσω η δημόσια εκπαίδευση και οι λειτουργοί της δέχονται συνεχιζόμενη σφοδρή και ολομέτωπη επίθεση από τα κυβερνητικά και καθεστωτικά επιτελεία, ενόσω συνεχίζεται η μάχη ενάντια στην αξιολόγηση-κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών, ως κομμάτι της ευρύτερης μάχης για την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου – και μάλιστα με νίκες.
Η ιστορική πείρα του εκπαιδευτικού κινήματος δείχνει ότι πάντα τα σωματεία (και οι ομοσπονδίες), ως πολιτικοσυνδικαλιστικές συλλογικότητες, πρωτοστατούν στους αγώνες, συσπειρώνουν τους εκπαιδευτικούς, μπορούν να ασκήσουν πίεση σε κυβερνήσεις και διοίκηση, να υπερασπίσουν και να διευρύνουν κατακτήσεις, να κερδίσουν νίκες. Η αποδοχή της άποψης «να σώσουμε οτιδήποτε αν σώζεται» σηματοδοτεί την άνευ όρων προσχώρηση στην λογική του αντιπάλου. Ακόμα και οι αμυντικοί αγώνες ανασαίνουν στον κινηματικό και αμεσοδημοκρατικό αέρα και όχι στην μούχλα των διαδρόμων και του παραγοντισμού. Ένας λόγος παραπάνω, όταν πρόκειται για εποχές δύσκολες, σαν την δική μας.

