Το διήγημα βασίζεται σε προφορική μαρτυρία, προερχόμενη από το οικογενειακό περιβάλλον του Φωκίωνα Μάνδυλα, από το χωριό Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας.
Οι χωριανοί αραδιασμένοι στο μουράγιο, οι άντρες, εννοείται. Καθημερνές απόγιομα και κυριακογιορτάδες από το πρωί, μετά την εκκλησιά. Με την καλοκαιριά, εννοείται. Μια λακινιά, φορές φορές πυκνότερη, φορές αραιότερη και τσι γιορτάδες άσωστη, να φιδοξετυλίγεται στο μεσιανό το δρόμο του χωριού, μέχρι το καφενείο ξέχειλη κι απέ, παρέες παρέες, από του Πάτσαλα μέχρι τη Φιλαρμονική.
Από Μαρτιού ποκάμισο κι απ΄ Αύγουστο σεγκούνι… Ποκάμισα άσπρα, βρακωτά, σφιγμένα με τη ζώνη, φορεμένα σαν πιο καμαρωτά από τα νιάτα, λίγο πιο σκυφτά απ΄ τους μεσόκοπους. Ο καθένας, αθρώποι εργατικοί, ακόμα και ο σέμπρος, ο πιο πετσέντες του χωριού, θα τα ΄χε, τουλάχιστον δύο, έστω παράταιρα και τριπλομπαλωμένα. Πλενότουνε το ποκάμισο μες το μαστέλο, από Σαββάτο τ΄ απομεσήμερο, μετά το σκόλασμα, περνιότανε με το λουλάκι, να πάρει μια γλαγγάδα, να στεγνώσει, στη λεμονιά κατακαλόκαιρο, μακάρι μπρος από τη στια το σαραντάημερο, να φορεθεί για Κυριακή και τη βδομάδα όλη. Για τους πιο κρύους μήνες, μονοφόρι, δεύτερο ή τρίτο χέρι, κάπου υπήρχε ένα σακάκι ή κάποια γιακέτα, ακόμα κι ένα πολυκαιρνό αμπέχωνο απ΄ το φανταρικό, δεν έριχνε δα και χιόνι στο νησί. Έχει ο θεός μανίκια και για τσου ξεμανίκωτους… Ταμπάρο, βέβαια, όχι, δε φτάνει μέχρι εκεί η χάρη του, να βρέξει μία των ημερών ο ουρανός ταμπάρα, να ΄χει ένα ταμπαριόλι κι ο φτωχός, α, όχι κι έτσι, μη χαλαστεί κι ολότελα η τάξη του κόσμου, μη φτάκει ο υποταχτικός, το πόπολο μπάσο, να ΄χει τα ίδια με τσ΄ αρχόντους, πανάθεμα τσ΄ αρχόντους, άρχοντας και διάολος, αδρέφια διδυμάρια…
Ο πρώτος που έτρωε το φούσκο ήτανε πάντα ο… Ακολουθούσε, με μαθηματική ακρίβεια, σχεδόν τελετουργικά, ο … και ο… Από το χωροφύλακα έτρωε το φούσκο, χωροφυλακή, όχι παίζουμε, διευρυμένες οι αρμοδιότητές της στο μετεμφυλιακό κράτος, από αστυνόμευση φρονημάτων και ηθών μέχρι τήρηση αγορανομικών διατάξεων. Άμα σ΄ είχανε βάλει στο μάτι, σε γράφανε για καθαριότητα, για ζύγι ξίκικο, μωρ΄ δεν πα΄ να ΄σουνα πιο τίμιος κι από τον άγιο Ευφρόσυνο, τον εστιάτορα, κι από τον άγιο Σαμψών, τον ξενοδόχο… Πέφτανε, το λοιπόν, οι φούσκοι ανελλιπώς, με τήρηση σχολαστική και αλάνθαστη του πρωτοκόλλου από τον εκάστοτε χωροφύλακα υπηρεσίας, με δεδομένη την ιεραρχική σειρά των αποδεκτών. Η εκτέλεση εποίκιλλε, βέβαια, κάπως, αναλόγως της ηλικίας και της ιδιοσυγκρασίας του οργάνου, κι έτσι το δρώμενο αποχτούσε εντονότερη ή ηπιότερη χροιά. Άλλος μπασκίνας εβαρούσε με περισσότερο ενθουσιασμό, ενίοτε δε και με ιδεολογικά φορτισμένη λεκτική επένδυση, κουμούνια… και όλα τα συμπαρομαρτούντα, κι άλλος πιο υπηρεσιακά, σχεδόν βαριεστημένα. Ερχόντανε, βλέπεις, από το διπλανό χωριό τα μπασκίνια, εκεί έδρευε ο πλησιέστερος σταθμός χωροφυλακής, εκεί που σε καλούσανε δι΄ υπόθεσίν σου, ώρα σου μαύρη και θεοσκότεινη… Διπλανό χωριό διπλανό χωριό, αλλά ποδαράτα, χειμώνα καλοκαίρι, με ζέστες και λιοπύρια, με κρύο για πόντα μαλίνια, λάσπες και βροχάδες, ε, δεν ήτανε και περίπατος. Και να ΄χεις μετά και τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς στις διαδηλώσεις να σου φωνάζουνε τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε… Κι αν ήτανε μόνο οι κουμουνιστές και οι λαμπράκηδες, να το ΄παιρνε ο διάολος… Εδώ, στα ύστερα, είχανε πάρει φόρα όλοι τους, ο πάσα ένας, οι νεολαίοι της Ενώσεως Κέντρου, ακόμα και η μαρίδα των Προοδευτικών του Μαρκεζίνη, και χαλάγανε τον κόσμο, πορείες και διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες και άστα να πάνε στον αγύριστο, πώς εγινήκαμε, πώς καταντήσαμε, να ΄ρθει κάποιος, κάποιος ανώτερος να μάσε γλιτρώσει, να τους μπουζουριάσει όλους αυτούς, να ησυχάσουμε…
Ο πρώτος τη τάξει, αυτός που έτρωε πάντα πρώτος το φούσκο, τιμής ένεκεν, Μακρονησιώτης. Ο … με τ΄ όνομα, εργατικό στέλεχος από προπολεμικά, εαμίτης, ελασίτης, δεξί χέρι του Αλέκου του Πρίφτη, του Άρη τση Κέρκυρας. Γιατί είχε κι η Κέρκυρα τον Άρη της, τον απροσκύνητο, που δεν εδέχτηκε τη Βάρκιζα και πέθανε με τ΄ όπλο στο χέρι, στα βουνά, καταδιωκόμενος πρώτα, αντάρτης του Δημοκρατικού Στρατού ύστερα. Εμπρός, ΕΛΑΣ, για την Ελλάδα / εμπρός ακόμα μια φορά… Ο … , λοιπόν, μικρόσωμος, λιγομίλητος, αγέρωχος κι ατάραχος, που όσο μπόι του ΄λειπε τόση καρδιά του πέρσευε. Εγώ θα σου το πω κι εσύ μη με πιστέψεις: τόνε σεβόντουνε όλοι τους, από το μοίραρχο ίσαμε τους μπασκίνες που του ρίχνανε το φούσκο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τόνε κοιτάξεις στα μάτια και να μη ρίξεις, την ίδια στιγμή, το βλέμμα σου στη γης. Περάσανε τα χρόνια, αλλάξαν οι αιώνες, η σκια του, όμως, πλανιέται ακόμα πάνω από το χωριό, από τον Άι – Νικόλα και τη Νεροσυρμή, ίσαμε τη Βενετιά και τσου Ταξιάρχες, εκεί όπου ζαχαρώνουνε τα κόκαλά του. Μας φυλάει, άραγες, ή μας κοιτάει με παράπονο;
Μοναχικός ο… , οι άλλοι δυο οικογενειάρχες. Με βάσανα σωρό. Τα σόγια τους, μέχρι δεκάτης τετάρτης γενεάς, είχανε τραβήξει των παθών τους τον τάραχο. Ελένη και Κατινίτσα, μανοθυγατέρα, η γυναίκα και η κόρη του … , τσι ξεμπουρίσανε κακήν κακώς από το μοδιστράδικο που δουλεύανε, στη χώρα. Μπουκάρισε μίαν ωραίαν ημέραν η αστυνομία στο μοδιστράδικο, εσείς φεύγετε τώρα, αυτό μόνο είπανε οι μπασκίνες, έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς ποιος και τι και γιατί, και δεν εμίλησε κανένας. Αυτή ήτανε η εποχή, έπαιρνες την Αυγή, τη Δημοκρατική Αλλαγή και το Βήμα διπλωμένες ανάποδα, έτρεμες μη σε βάλουνε στην επιτροπή δια τον έρανον της βασιλίσσης και πώς να τους πεις όχι… Αριστούχος της Εμπορικής Σχολής ο Αρίστος, ο γιος του… , Αρίστος όνομα και πράμα, και αθλητής και κορνετίστας μουσικός. Λόγω κοινωνικών φρονημάτων, ούτε σημαιοφόρος στο σχολείο ούτε φοιτητής στην Ανωτάτη Εμπορική ούτε δουλειά, ούτε καν ναυτικό φυλλάδιο δεν εμπόρεσε, το άχαρο, να βγάλει. Επήρε των ομματιώνες του κι έφυγε στη Γερμανία, όχι που θα καθότουνε να ληστεύεται, πλάνταξε η μάνα του στο κλάμα, τον είχε και μονάκριβο, τι να πεις και τι να ιστορήσεις…
Αν, βέβαια, υπέγραφες δήλωση, αμέσως αλλάζανε τα πράματα. Μόλις τα καταφέρνανε και σ΄ εκάνανε σκουλίκι, σάλιαγκα, να γλύφεις και να σέρνεσαι, αραίωνε το μαστίγιο κι η μεγάλη κακοπάθεια. Διότι αυτό ήτανε το ζήτημα, να σε ταπεινώσουνε, να σου σπάσουνε τον τσαμπουκά, να σε ξεφτελίσουνε. Να χάσεις την αξιοπρέπειά σου, να ντρέπεσαι να βγεις στην κοινωνία και, τελικός στόχος, να απέχεις απ’ την ενεργό πολιτική δράση. Γι΄ αυτό πέφτανε οι φούσκοι, οι απειλές, οι αδικίες κι οι περιορισμοί, γι΄ αυτό οι καταδιώξεις, τα ξεσπιτώματα, τα φυλακώματα, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις, οι βιασμοί των γυναικών. Για να σου σπάσουνε το ηθικό. Για να κιοτέψεις, να γονατίσεις και να προσκυνήσεις.
Αμ, δε! Ήτανε αρκετοί που μείνανε όρθιοι. Και χωρίς να καμαρώνουνε ιδιαίτερα γι΄ αυτό, ως καθήκον τους το βλέπανε οι άνθρωποι, απέναντι στο κίνημα και, πρωτίστως, απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Ως αυτοσεβασμό, δηλαδή. Πόσος αυτοσεβασμός απομένει, άραγε, στον άνθρωπο, όταν, ακόμα και υπό πίεση, γένεται μπαίγνιο και μασκαράς και καραγκιόζης… Και μη μου αρχινάς την πρέντικα, σε παρακαλώ, άσ΄ τα σάπια, παράτα τις υπεκφυγές, άφηκε στην άκρη τις προφάσεις εν αμαρτίαις, ότι ήτανε άλλοι οι καιροί κι ήτανε άλλη πάστα ανθρώπων. Δύσκολοι καιροί και τότες, δύσκολοι και τώρα. Άνθρωποι και κείνοι, με αδυναμίες, με τρωτά σημεία, με ελαττώματα, σαν και μας. Δε γεννιέται ο ήρωας, γίνεται, φορές φορές από συνειδητή επιλογή, άλλες φορές κι από ντροπή σε διάκριση. Τότε έπρεπε να μην υποστείλεις τη σημαία μπρος στις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Τώρα μπροστά σ΄ ένα δάνειο, μια πιστωτική κάρτα, την υπόσχεση για καλύτερη δουλειά, μεγαλύτερο σπίτι, πιο λουσάτο αυτοκίνητο. Την υπόσχεση για μια, τάχαμου, καλύτερη ζωή, ουσιαστικά μαύρη και σκότεινη κι αβίωτη, χωρίς πνοή, χωρίς αγάπη, χωρίς θεό και χωρίς αξιοπρέπεια.
Στο μουράγιο ειμάστενε αραδιασμένοι κι εμείς και τρώμε τσου φούσκους μας. Μερονυχτίς. Με κανονικότητα απίστευτη. Η μέγιστη διαφορά είναι ότι οι παλιοί μας τρώγανε φούσκους, αφού πρώτα είχανε ηττηθεί, δηλαδή είχανε πολεμήσει. Σήμερα, κατά πλειοψηφίαν, τρώμε τσου φούσκους μας, χωρίς να ΄χουμε αγωνιστεί. Ή για να μην αγωνιστούμε. Ή επειδή αγωνιστήκαμε λειψά κι έπειτα κρουφτήκαμε πίσω απ΄ το δάχτυλό μας.
Μας φαίνονται μεγάλοι / γιατί είμαστε σκυφτοί / Σηκώστε το κεφάλι / να σκύψουνε αυτοί.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
λακινιά, η: σειρά
πετσέντες, ο (< πένης, αρχ. ελλην.): φτωχός
γλαγγάδα, η (< γλάγος / γλαγερός, ομηρ. < γάλα): λευκότητα
γιακέτα, η : ζακέτα
ταμπάρο, το: παλτό
πόπολο μπάσο, το / popolo basso: (κατά λέξη) κατώτερος λαός, πληβείοι
πόντα μαλίνια, η: θανατηφόρο κρυολόγημα
ξεμπουρίζω: διώχνω, εκδιώκω
ληστεύω – ομαι: τυραννάω – ιέμαι
μπαίγνιο, το (< παίγνιον): παιχνίδι, (μεταφορικά) ρεζίλι
πρέντικα, η: κήρυγμα

