Τι είναι η εξωσωματική γονιμοποίηση;
Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί μία από τις μεθόδους της Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης η σπερματέγχυση και η πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας. Στην εξωσωματική γονιμοποίηση, η ένωση του ωαρίου με το σπερματοζωάριο πραγματοποιείται σε ειδικά διαμορφωμένο περιβάλλον εκτός του σώματος της γυναίκας και όχι στη σάλπιγγα, όπως συμβαίνει φυσιολογικά.
Ένα ζευγάρι που προσπαθεί συστηματικά να αποκτήσει παιδί συνήθως αναμένεται να επιτύχει εγκυμοσύνη μέσα σε διάστημα 12 έως 18 μηνών. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, μπορεί να χρειαστεί αξιολόγηση από γυναικολόγο με εξειδίκευση στην υπογονιμότητα.
Ο έλεγχος πριν από τη θεραπεία
Η διερεύνηση της γονιμότητας ξεκινά με λεπτομερές ιατρικό ιστορικό και των δύο συντρόφων και, όπου κρίνεται απαραίτητο, κλινική εξέταση.
Για τη γυναίκα μπορεί να πραγματοποιηθούν υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων, ορμονικός έλεγχος και έλεγχος διαβατότητας των σαλπίγγων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προταθούν λαπαροσκόπηση ή υστεροσκόπηση. Παράλληλα, είναι απαραίτητος ο έλεγχος της ποιότητας του σπέρματος.
Πώς εξελίσσεται η εξωσωματική γονιμοποίηση;
Η θεραπεία ξεκινά με τη δημιουργία εξατομικευμένου πρωτοκόλλου. Χορηγούνται ορμόνες για τη διέγερση των ωοθηκών, ώστε να αναπτυχθούν περισσότερα ωοθυλάκια, ενώ παράλληλα προετοιμάζεται το ενδομήτριο.
Η παρακολούθηση γίνεται με υπερηχογραφικούς και ορμονικούς ελέγχους. Όταν τα ωοθυλάκια φτάσουν στο κατάλληλο στάδιο, χορηγείται ορμόνη για την τελική ωρίμανση των ωαρίων. Η ωοληψία πραγματοποιείται περίπου 36 ώρες αργότερα, υπό υπερηχογραφικό έλεγχο και με κατάλληλη αναλγησία ή αναισθησία.
Στη συνέχεια, τα ωάρια τοποθετούνται μαζί με τα σπερματοζωάρια σε ειδικό θρεπτικό υλικό. Τις επόμενες ημέρες ελέγχεται η γονιμοποίηση και η ποιότητα των εμβρύων. Η εμβρυομεταφορά γίνεται συνήθως τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα μετά την ωοληψία. Σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιείται περίπου την έκτη ημέρα, στο στάδιο της βλαστοκύστης. Το τεστ κύησης γίνεται περίπου 15 ημέρες μετά την εμβρυομεταφορά.
Κατάψυξη ωαρίων και διατήρηση γονιμότητας
Η κατάψυξη ωαρίων δίνει τη δυνατότητα διατήρησης ωαρίων για μελλοντική χρήση. Η διαδικασία περιλαμβάνει διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία και κατάψυξη των ωαρίων με τη μέθοδο της υαλοποίησης. Στη συνέχεια φυλάσσονται σε υγρό άζωτο μέχρι να χρησιμοποιηθούν για γονιμοποίηση.
Η ηλικία επηρεάζει τόσο τον αριθμό όσο και την ποιότητα των ωαρίων. Τα 35-37 έτη αναφέρονται ως μία ευνοϊκή ηλικιακή περίοδος για κατάψυξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μία γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας δεν μπορεί να ακολουθήσει τη διαδικασία. Το ποσοστό εγκυμοσύνης μπορεί να φτάσει το 40% ανά εμβρυομεταφορά, ανάλογα με την ηλικία και τα διαθέσιμα ωάρια.
Ποιες γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν;
Η κατάψυξη ωαρίων μπορεί να αποτελέσει επιλογή για γυναίκες που πρόκειται να υποβληθούν σε χημειοθεραπεία ή ακτινοβολία. Μπορεί επίσης να αφορά γυναίκες με σοβαρά προβλήματα υγείας, μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή ή πιθανότητα πρόωρης εμμηνόπαυσης.
Παράλληλα, μπορεί να επιλεγεί από γυναίκες που επιθυμούν να μεταθέσουν την τεκνοποίηση για προσωπικούς ή επαγγελματικούς λόγους.
Εξατομικευμένη ενημέρωση για τη γονιμότητα
Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και η επιλογή μεταξύ εξωσωματικής γονιμοποίησης, κατάψυξης ωαρίων ή άλλης μεθόδου χρειάζεται εξατομικευμένη αξιολόγηση. Για αναλυτική ενημέρωση σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές και τα στάδια της διαδικασίας, μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Γυναικολόγο Αναπαραγωγής Δρ. Χάρη Χηνιάδη.

