Επτά νοικοκυριά απέκτησαν στέγη. Πέντε από αυτά στέκονται σήμερα στα πόδια τους. Πίσω από κάθε κοινωνικό πρόγραμμα υπάρχουν αριθμοί, αλλά και η ιστορία που τους γέννησε — και η ιστορία του έργου «EQUAL ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ» στην Κέρκυρα είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή δείχνει και τι μπορεί να πετύχει μια συντονισμένη κοινωνική πολιτική, και πού συναντά τα όριά της σε ένα τουριστικό νησί.
Από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Μάρτιο του 2026, οι Δήμοι Κεντρικής Κέρκυρας και Διαπόντιων Νήσων και Νότιας Κέρκυρας, σε συνεργασία με την Equal Society– Κοινωνία Ίσων Ευκαιριών, υλοποίησαν μια από τις πιο φιλόδοξες τοπικές παρεμβάσεις κατά της αστεγίας. Το έργο εντάχθηκε στο εθνικό πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία για τους Αστέγους», που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, και είχε έναν στόχο απλό στη διατύπωση αλλά σύνθετο στην υλοποίηση: να μην προσφέρει απλώς μια στέγη, αλλά μια ουσιαστική δεύτερη ευκαιρία.
Η φιλοσοφία πίσω από το πρόγραμμα
Για να εκτιμηθεί σωστά η σημασία του «EQUAL ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ», χρειάζεται να δει κανείς το ευρύτερο πλαίσιο. Το εθνικό πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία για τους Αστέγους» σηματοδοτεί μια μετατόπιση φιλοσοφίας στην ελληνική κοινωνική πολιτική. Επί δεκαετίες, η αντιμετώπιση της αστεγίας περιοριζόταν κυρίως στους ξενώνες και στα συσσίτια — λύσεις απαραίτητες, αλλά εξ ορισμού προσωρινές.
Το νέο μοντέλο εμπνέεται από τη διεθνή προσέγγιση «HousingFirst» («Στέγαση Πρώτα»), η οποία εφαρμόζεται με μετρήσιμα αποτελέσματα σε χώρες όπως η Φινλανδία, ουσιαστικά η μόνη χώρα της Ευρώπης όπου η αστεγία μειώνεται σταθερά. Η λογική της είναι αντίστροφη από τη συνηθισμένη: αντί να ζητείται από έναν άστεγο άνθρωπο να αποδείξει πρώτα ότι μπορεί να ανταποκριθεί, του παρέχεται πρώτα η στέγη και πάνω σε αυτή τη σταθερότητα οικοδομούνται όλα τα υπόλοιπα.
Σε αυτή τη βάση, το πρόγραμμα στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: στεγαστική αποκατάσταση, εργασιακή ένταξη και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Στην Κέρκυρα οι στόχοι τέθηκαν συγκεκριμένα:
- στέγαση 15 νοικοκυριών,
- ένταξη τουλάχιστον του 20% των ικανών προς εργασία ωφελούμενων σε επιδοτούμενη απασχόληση,
- συμμετοχή του 10% σε προγράμματα κατάρτισης και
- ψυχοκοινωνική ενδυνάμωση του συνόλου των ωφελούμενων.
Η στέγαση: μια μάχη με την αγορά
Στον πρώτο πυλώνα τα νούμερα μιλούν αρκετά καθαρά. Επτά νοικοκυριά — μεμονωμένα άτομα— απέκτησαν στέγη για 24 μήνες. Και δεν επρόκειτο μόνο για την κάλυψη του ενοικίου: το πρόγραμμα ανέλαβε εξ ολοκλήρου το κόστος αγοράς οικοσκευής, ώστε τα διαμερίσματα να γίνουν λειτουργικές κατοικίες, καθώς και τις δαπάνες για ρεύμα, νερό και λοιπές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Πίσω από αυτά τα στοιχεία υπάρχουν άνθρωποι που είδαν την καθημερινότητά τους να αλλάζει. «Μέσα από το πρόγραμμα έφυγα από το τροχόσπιτο και πήγα σε σπίτι… Ζω σαν άνθρωπος πλέον», περιγράφει η Σ.Φ., αποτυπώνοντας με λίγες λέξεις τη διαφορά που μπορεί να κάνει μια σταθερή στέγη.
Για άλλους, το βάρος ήταν κυρίως οικονομικό. «Το πρόγραμμα με βοήθησε πολύ, κυρίως οικονομικά, γιατί αυτό με απασχολούσε περισσότερο. Ότι δεν πλήρωνα ενοίκιο, ρεύμα…», σημειώνει ο Κ.Δ.
Το πιο ουσιαστικό στοιχείο, ωστόσο, φάνηκε στη συνέχεια. Πέντε από τα επτά νοικοκυριά κατάφεραν, μόλις έληξε η 24μηνη επιδότηση, να παραμείνουν στο σπίτι τους λαμβάνοντας πλέον το επίδομα στέγασης. Αυτός είναι ίσως ο πιο εύγλωττος δείκτης επιτυχίας: το πρόγραμμα δεν λειτούργησε ως μια προσωρινή ανακούφιση, αλλά ως γέφυρα προς τη μόνιμη αυτονομία. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η κάλυψη της οικοσκευής, που για ανθρώπους με ελάχιστο εισόδημα είναι κάθε άλλο παρά αυτονόητη. «Κατάφερα να έχω δωρεάν οικοσκευές και μετά το τέλος να τις κρατήσω. Η σύνταξη είναι πολύ μικρή, δε θα μπορούσα να τις αγοράσω μόνος μου», εξηγεί ο Σ.Α.
Γιατί όμως δεν στεγάστηκαν και τα 15 νοικοκυριά; Η απάντηση δεν σχετίζεται με έλλειψη χρηματοδότησης ή θέλησης, αλλά με τη φύση του ίδιου του νησιού. Η Κέρκυρα ζει σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, και ο τουρισμός έχει μετατρέψει την κατοικία σε σπάνιο αγαθό.
Το αντιλαμβάνονται καλά και οι ίδιοι οι ωφελούμενοι: «Μου δόθηκε η δυνατότητα να βρω σπίτι σε μια τουριστική περιοχή όπως η Κέρκυρα, όπου είναι δύσκολο να βρεθεί κατοικία. Η επιχορήγηση μου έδωσε μια ανάσα για το ενοίκιο», σημειώνει ο Σ.Α. Η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης έχει περιορίσει δραστικά τα διαθέσιμα διαμερίσματα, πιέζοντας τις τιμές προς τα πάνω και την προσφορά προς τα κάτω. Όσα λίγα σπίτια απέμεναν διαθέσιμα βρίσκονταν συχνά μακριά από τον αστικό ιστό — και επομένως μακριά από τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις δομές που οι ωφελούμενοι χρειάζονται καθημερινά. Έτσι, ο στόχος των 14 νοικοκυριών προσέκρουσε σε μια αγορά ακινήτων που, σε ένα τουριστικό νησί, λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες.
Η εργασία και ένα μάθημα ρεαλισμού
Στον πυλώνα της εργασίας η εικόνα είναι ξεκάθαρη: κανένας ωφελούμενος δεν εντάχθηκε σε επιδοτούμενη απασχόληση ή σε πρόγραμμα κατάρτισης. Πριν βγει όμως βιαστικό συμπέρασμα, αξίζει να εξεταστούν οι λόγοι. Η ομάδα-στόχος στην Κέρκυρα αποτελούνταν από ανθρώπους άνω των 65 ετών, από άτομα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% και από ανθρώπους με σοβαρά προβλήματα υγείας. Με άλλα λόγια, η εργασιακή ένταξη ήταν αντικειμενικά ανέφικτη — όχι λόγω αδιαφορίας, αλλά λόγω των πραγματικών συνθηκών ζωής των συγκεκριμένων ωφελούμενων.
Εδώ αναδεικνύεται ένα χρήσιμο δίδαγμα. Ένα πανελλαδικό πρόγραμμα σχεδιάζεται με βάση μέσους όρους και γενικούς στόχους. Όταν όμως εφαρμόζεται σε μια τοπική κοινωνία, συναντά ανθρώπους με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Οι ποσοτικοί στόχοι του 20% και του 10% σε εργασία και κατάρτιση είναι εύλογοι σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε μια ομάδα ηλικιωμένων και ευπαθών ατόμων η ίδια η έννοια της εργασιακής επανένταξης οφείλει να υποχωρήσει μπροστά στην κοινωνική προστασία και τη φροντίδα. Το έργο, με τη διαφάνειά του, δεν απέκρυψε αυτή την αναντιστοιχία· την κατέγραψε ως χρήσιμη εμπειρία για τον σχεδιασμό μελλοντικών δράσεων.
Ο πιο ουσιαστικός πυλώνας: η ψυχοκοινωνική στήριξη
Αν η στέγαση μετριέται σε νοικοκυριά και η εργασία σε συμβάσεις, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη μετριέται σε ανθρώπινες ώρες — και εδώ τα στοιχεία είναι αξιοσημείωτα. Πραγματοποιήθηκαν 186 ατομικές συνεδρίες στεγαστικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Σε αυτές προστέθηκαν πέντε ομαδικές συνεδρίες ψυχοκοινωνικής ενδυνάμωσης, τρεις δράσεις αγωγής υγείας και διατροφής, τρεις πολιτιστικές δράσεις και δύο δράσεις εθελοντισμού — με τη λογική ότι η επανένταξη δεν είναι μόνο στέγη και εισόδημα, αλλά και επανασύνδεση με μια κοινότητα. Μία ομαδική συνεδρία εργασιακής συμβουλευτικής πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τη ΔΥΠΑ, ενώ οι ωφελούμενοι στηρίχθηκαν συστηματικά στην υποβολή αιτήσεων για επιδόματα και κοινωνικές παροχές.
Η αξία αυτού του πυλώνα φαίνεται καθαρά στα λόγια των ίδιων των ωφελούμενων, ιδίως εκείνων που δεν έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένη υποστήριξη με δικά τους μέσα. «Οι συνεδρίες με τη Κοινωνική Λειτουργό με βοήθησαν, καθώς δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να με παρακολουθεί ειδικός», αναφέρει ο Σ.Α., προσθέτοντας ότι ξεχώρισε «τις δράσεις που αφορούσαν τον πολιτισμό». Παρόμοια, ο Κ.Δ. σημειώνει ότι «και οι δραστηριότητες και οι συζητήσεις με τη Κοινωνική Λειτουργό με βοήθησαν».
Η ίδια η εμπειρία ανέδειξε όμως και ένα πρακτικό όριο: τη σημασία της απόστασης. Όσοι στεγάστηκαν μακριά από το κέντρο δυσκολεύτηκαν να συμμετέχουν στις δράσεις, παρότι το επιθυμούσαν. «Μου άρεσε ό,τι γινόταν, και το μουσείο και όλα. Ένιωθα καλύτερα ότι δραστηριοποιούμαι, απλά ήταν πρόβλημα η απόσταση. Μακάρι να γίνονταν πιο συχνά τέτοια προγράμματα για να βοηθηθούν και άλλοι», λέει η Σ.Φ. Το σχόλιο αυτό συνδέει με τρόπο εύγλωττο τα δύο μέτωπα του έργου: η γεωγραφία της στέγασης επηρεάζει άμεσα και τη δυνατότητα κοινωνικής ένταξης.
Συνολικά, αυτός ο πυλώνας, που συχνά μένει στη σκιά των πιο εύκολα μετρήσιμων αποτελεσμάτων, αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικός. Έδειξε ότι ακόμη κι όταν η αγορά ακινήτων δυσκολεύει τη στέγαση και η ηλικία αποκλείει την εργασία, παραμένει ένα πεδίο όπου η πολιτεία μπορεί να κάνει τη διαφορά: η σταθερή, οργανωμένη υποστήριξη ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα.
Το συμπέρασμα
Το «EQUAL ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ» λειτούργησε με ειλικρίνεια και προσαρμοστικότητα. Επτά νοικοκυριά απέκτησαν στέγη, πέντε διατηρούν σήμερα την αυτονομία τους, και ένας αριθμός ανθρώπων έλαβε συστηματική υποστήριξη σε μια δύσκολη φάση της ζωής τους. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως συνοψίζει ο Κ.Δ., «δεν έχω παράπονο, μόνο βοήθεια ήταν όλο αυτό».
Η εμπειρία της Κέρκυρας αφήνει δύο καθαρά μηνύματα προς όσους σχεδιάζουν κοινωνική πολιτική. Πρώτον, ότι σε τουριστικές περιοχές η αντιμετώπιση της αστεγίας περνά αναπόφευκτα από τη ρύθμιση της αγοράς ακινήτων και τον περιορισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Και δεύτερον, ότι οι στόχοι ενός προγράμματος πρέπει να διατηρούν την ευελιξία να προσαρμόζονται στα πραγματικά χαρακτηριστικά των ωφελούμενων. Στο τέλος, η αξία μιας τέτοιας παρέμβασης δεν αποτυπώνεται μόνο σε ποσοστά επίτευξης στόχων, αλλά και στη σταθερότητα που πρόσφερε σε ανθρώπους που τη χρειάζονταν.

