Την ικανοποίησή του για την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία επικυρώνει την καταδίκη προσώπου σε διετή φυλάκιση για πράξεις βίας κατά νοσηλεύτριας, εκφράζει με ανακοίνωσή του ο Ιατρικός Σύλλογος Κέρκυρας. Το περιστατικό είχε σημειωθεί το 2019 στο νοσοκομείο του νησιού κατά τη διάρκεια εξέτασης οικείου προσώπου του καταδικασθέντος.
Δικαίωση μετά από επτά χρόνια
Ο Ιατρικός Σύλλογος τονίζει ότι, παρά την παρέλευση ετών και τις επανειλημμένες αναβολές που οδήγησαν σε επταετή δικαστική διαδρομή, η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει πως η βία κατά των λειτουργών του Εθνικού Συστήματος Υγείας δεν μένει ατιμώρητη. Σημειώνεται ότι η μηνυτήρια αναφορά είχε κατατεθεί από τον τότε Διοικητή του νοσοκομείου, κ. Κακαβίτσα, ενώ για την υπόθεση χρειάστηκε η συνεχής παρουσία μαρτύρων και της παθούσας στα δικαστήρια.
Επίθεση στην κοινωνική συνοχή
Στην ανακοίνωση υπογραμμίζεται ότι η βιαιοπραγία ενάντια σε εργαζόμενο υγείας αποτελεί επίθεση στην ίδια την κοινωνική συνοχή και την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου. «Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία δεν είναι στόχοι», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σύλλογος, επισημαίνοντας ότι το νοσηλευτικό ίδρυμα οφείλει να αποτελεί χώρο ασφάλειας για προσωπικό και ασθενείς.
Δεύτερη καταδίκη και νέα νομοθεσία
Πρόκειται για τη δεύτερη καταδίκη για βιαιοπραγία στο νοσοκομείο από εκείνη την περίοδο, γεγονός που ενισχύει το μήνυμα της μηδενικής ανοχής. Ο Ιατρικός Σύλλογος εκφράζει την ελπίδα ότι η νομοθεσία του 2022 θα συμβάλει στην ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και στη μείωση των επιθέσεων κατά των υγειονομικών της πρώτης γραμμής.
Δέσμευση για στήριξη
Ο Σύλλογος δηλώνει ότι θα συνεχίσει να στηρίζει έμπρακτα κάθε εργαζόμενο που πέφτει θύμα απρόκλητης επίθεσης, εξαντλώντας κάθε νόμιμο μέσο για τη διασφάλιση ενός εργασιακού περιβάλλοντος ελεύθερου από βία.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του Ιατρικού Συλλόγου Κέρκυρας:
Με αφορμή την σημερινή τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία επικυρώνει την καταδίκη προσώπου σε διετή φυλάκιση για πράξεις βίας κατά νοσηλεύτριας του νοσοκομείου μας κατά τη διάρκεια εξέτασης οικείου προσώπου του, το 2019, οφείλουμε ως Ιατρικός Σύλλογος να τονίσουμε τα εξής:
Αν και έχουν παρέλθει αρκετά χρόνια από το περιστατικό, η δικαίωση αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει μια θεμελιώδη αρχή: η βία κατά των ανθρώπων που υπηρετούν το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι απαράδεκτη και δεν μένει ατιμώρητη.
Γνωρίζουμε καλά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται οι συνάδελφοί μας. Η καθημερινή προσπάθεια για την προάσπιση της δημόσιας υγείας απαιτεί ψυχραιμία, σεβασμό και ασφαλές εργασιακό περιβάλλον. Η βιαιοπραγία ενάντια σε εργαζόμενο δεν αποτελεί μόνο παράνομη πράξη, αλλά επίθεση στην ίδια την κοινωνική συνοχή και στην εύρυθμη λειτουργία του φορέα που προσφέρει φροντίδα σε όσους έχουν ανάγκη.
Ως Ιατρικός Σύλλογος, χαιρετίζουμε την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση αποτελεί ηχηρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση: οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία δεν είναι στόχοι. Το νοσοκομείο μας οφείλει να είναι χώρος ασφάλειας, τόσο για τους ασθενείς όσο και για το προσωπικό.
Παρά τον χρόνο που μεσολάβησε και παρά το αναχρονιστικό δικαστικό σύστημα που οδήγησε σε σπατάλη χρόνου — τόσο για την παθούσα όσο και για τον τότε Διοικητή του νοσοκομείου κ. Κακαβίτσα, ο οποίος είχε καταθέσει τη μηνυτήρια αναφορά για τη βιαιοπραγία, αλλά και για τους υπόλοιπους εργαζόμενους-μάρτυρες του γεγονότος, λόγω των επανειλημμένων αναβολών και παραστάσεων στα δικαστήρια επί επτά χρόνια — η δικαστική ετυμηγορία μάς ικανοποιεί. Αποκαθιστά το αίσθημα δικαίου για τη συνάδελφό μας που υπέστη την επίθεση και ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας όλων των εργαζομένων.
Σημειώνουμε ότι πρόκειται για τη δεύτερη καταδίκη προσώπου που βιαιοπράγησε στο νοσηλευτικό ίδρυμα εκείνα τα χρόνια, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω το μήνυμα της μηδενικής ανοχής. Ελπίζουμε επίσης ότι, μετά και τη νέα νομοθεσία του 2022 που θεωρητικά επιταχύνει και απλοποιεί την απόδοση δικαιοσύνης, θα μειωθούν τα περιστατικά άσκησης βίας απέναντι στους σκληρά εργαζόμενους υγειονομικούς της πρώτης γραμμής.
Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε έμπρακτα κάθε εργαζόμενο που πέφτει θύμα απρόκλητης επίθεσης, εξαντλώντας κάθε νόμιμη οδό, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι ο χώρος εργασίας μας θα παραμείνει απρόσβλητος από τη βία.

