Η ανάγκη δημιουργίας οργανικών θέσεων, η ισότιμη πρόσβαση στη γνώση και ο σεβασμός στις επιλογές των μαθητών
Σε μια εποχή κατά την οποία η γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί σημαντικό εφόδιο για την εκπαίδευση, την επαγγελματική εξέλιξη και τη διεθνή συνεργασία, η θέση της Γερμανικής Γλώσσας στο δημόσιο σχολείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Γερμανική είναι η γλώσσα μιας από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, της επιστημονικής έρευνας, της τεχνολογίας, καθώς και σημαντικών εμπορικών και τουριστικών συνεργασιών της χώρας μας. Παρά τη σημασία της, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν προβληματισμοί για την επάρκεια και τη γεωγραφική κατανομή των οργανικών θέσεων εκπαιδευτικών Γερμανικής.
Μπορεί η Πολιτεία να αναγνωρίζει τη σημασία της πολυγλωσσίας, χωρίς να διασφαλίζει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διδασκαλία της?
Η επιλογή της γλώσσας πρέπει να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο
Η δυνατότητα των μαθητών να επιλέγουν τη Γερμανική ως δεύτερη ξένη γλώσσα αποτελεί σημαντικό στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η πραγματική δυνατότητα διδασκαλίας της, ωστόσο, εξαρτάται από τη συγκρότηση τμημάτων, τη διαθεσιμότητα εκπαιδευτικών και την οργάνωση των σχολικών μονάδων.
Στην Κέρκυρα, η ανάγκη δεν περιορίζεται στα σχολεία της πόλης, αλλά αφορά και τουριστικές και ημιαστικές περιοχές. Οι μαθητές επιλέγουν τη Γερμανική λόγω των επαγγελματικών προοπτικών στον τουρισμό, την εστίαση, τις μεταφορές και το εμπόριο. Όταν ένας εκπαιδευτικός καλείται να καλύψει ώρες σε πολλά σχολεία, συχνά με μεγάλες αποστάσεις, η διδασκαλία οργανώνεται με δυσκολία και η σταθερότητα του προγράμματος δοκιμάζεται.
Ανάλογες συνθήκες παρατηρούνται στη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, τη Λευκάδα και την Ιθάκη, όπου η νησιωτικότητα, οι αποστάσεις και οι περιορισμένες συγκοινωνιακές συνδέσεις δυσχεραίνουν την κάλυψη των αναγκών.
Όταν δεν υπάρχουν επαρκείς οργανικές θέσεις, οι προτιμήσεις των μαθητών κινδυνεύουν να υποχωρούν μπροστά σε διοικητικούς περιορισμούς. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί αντικειμενική καταγραφή των δηλώσεων προτίμησης, των τμημάτων, των διδακτικών ωρών και των επαναλαμβανόμενων αναγκών κάθε σχολικής μονάδας.
Η Κέρκυρα και τα Ιόνια Νησιά χρειάζονται σταθερή εκπαιδευτική παρουσία
Η Κέρκυρα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχής όπου η γνώση της Γερμανικής έχει άμεση πρακτική αξία. Η έντονη τουριστική δραστηριότητα, οι επισκέπτες από γερμανόφωνες χώρες και η λειτουργία ξενοδοχειακών, τουριστικών και εμπορικών επιχειρήσεων δημιουργούν αυξημένη ζήτηση για εργαζομένους με γλωσσικές δεξιότητες.
Το σχολείο οφείλει να προετοιμάζει τους μαθητές για το περιβάλλον στο οποίο θα σπουδάσουν και θα εργαστούν. Ένας μαθητής στην Κέρκυρα που επιλέγει τη Γερμανική πρέπει να μπορεί να τη διδαχθεί συστηματικά, από εκπαιδευτικό που θα βρίσκεται σταθερά στη σχολική του μονάδα.
Το ίδιο ισχύει για τα υπόλοιπα Ιόνια Νησιά, όπου οι ανάγκες της τουριστικής οικονομίας επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο. Η δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να ανταποκρίνεται αποσπασματικά, μόνο με προσωρινές τοποθετήσεις και συνεχείς μετακινήσεις. Χρειάζεται πολυετής σχεδιασμός, με ειδική μέριμνα για τις νησιωτικές περιοχές.
Η σημασία της Γερμανικής για την ελληνική οικονομία
Η γνώση της Γερμανικής προσφέρει δυνατότητες στον τουρισμό, το εμπόριο, τις επιστήμες και πολλούς άλλους επαγγελματικούς τομείς. Για την Κέρκυρα και τα Ιόνια Νησιά, όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των υπηρεσιών και τις προοπτικές απασχόλησης.
Η Γερμανία, η Αυστρία και η γερμανόφωνη Ελβετία αποτελούν σημαντικές αγορές και πεδία οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας. Παράλληλα, η Γερμανική είναι χρήσιμη για σπουδές και επαγγελματική κινητικότητα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις της Κεντρικής Ευρώπης.
Η ύπαρξη μαθητών που επιλέγουν τη Γερμανική σε διαφορετικές περιφέρειες της χώρας πρέπει να αποτυπώνεται στον σχεδιασμό των οργανικών θέσεων.
Η επένδυση στη γλωσσική εκπαίδευση είναι επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας.
Οι οργανικές θέσεις αποτελούν προϋπόθεση σταθερότητας
Η κάλυψη των αναγκών αποκλειστικά με προσωρινές λύσεις δεν μπορεί να υποκαταστήσει έναν σταθερό σχεδιασμό στελέχωσης. Οι οργανικές θέσεις εξασφαλίζουν συνέχεια στη διδασκαλία, καλύτερη οργάνωση του εκπαιδευτικού έργου και σταθερότερη σχέση μεταξύ εκπαιδευτικού, μαθητών και σχολικής κοινότητας.
Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει τη δημιουργία πρόσθετων οργανικών θέσεων Γερμανικής όπου υπάρχουν τεκμηριωμένες και διαρκείς ανάγκες, με βάση:
- τον αριθμό των μαθητών που επιλέγουν τη Γερμανική,
- τον αριθμό των τμημάτων και των διδακτικών ωρών,
- τις επαναλαμβανόμενες προσλήψεις αναπληρωτών,
- τις μετακινήσεις εκπαιδευτικών μεταξύ σχολείων,
- τις αποστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών.
Στην Κέρκυρα, μια σταθερή οργανική θέση μπορεί να καλύπτει ανάγκες σχολείων όπου η Γερμανική διδάσκεται κάθε χρόνο. Στα μικρότερα νησιά απαιτείται αντίστοιχος σχεδιασμός, με σαφή γεωγραφική αναφορά, έγκαιρες τοποθετήσεις και, όπου χρειάζεται, κάλυψη εξόδων μετακίνησης ή διαμονής.
Η απόσταση στα νησιά δεν είναι απλώς ένας αριθμός στον χάρτη. Συνδέεται με ακτοπλοϊκά δρομολόγια, καιρικές συνθήκες, κόστος και χρόνο που αφαιρείται από το εκπαιδευτικό έργο.
Η εκπαιδευτική ισότητα απαιτεί πράξεις
Η ενίσχυση της Γερμανικής δεν στρέφεται εναντίον καμίας άλλης ξένης γλώσσας. Υπηρετεί την πολυγλωσσία και την ισότιμη πρόσβαση στη γνώση.
Χρειάζεται συνολική αξιολόγηση της στελέχωσης, διαφανής καταγραφή των αναγκών και συνεργασία του Υπουργείου Παιδείας με τις εκπαιδευτικές κοινότητες, τις τοπικές κοινωνίες και την αυτοδιοίκηση. Το δικαίωμα επιλογής της Γερμανικής πρέπει να υποστηρίζεται από πραγματικές δυνατότητες διδασκαλίας και όχι να περιορίζεται από διοικητικές αδυναμίες.
Στην Κέρκυρα και στα Ιόνια Νησιά αυτό σημαίνει σταθερή παρουσία εκπαιδευτικών και έγκαιρη κάλυψη των κενών. Σε πανελλαδικό επίπεδο, σημαίνει ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών στη γλώσσα που επιλέγουν.
Η Γερμανική Γλώσσα δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά τη θέση που της αναλογεί, με βάση τις πραγματικές εκπαιδευτικές ανάγκες και τις επιλογές των μαθητών.
Σε ένα σύγχρονο δημόσιο σχολείο, η επιλογή του μαθητή πρέπει να αποτελεί αφετηρία του εκπαιδευτικού σχεδιασμού και όχι το πρώτο θύμα των διοικητικών περιορισμών.

