Σεπτέμβριος στην Κέρκυρα. Οι δρόμοι και τα καντούνια γεμάτα από κρουαζιερόπλοια, αεροπλάνα, επισκέπτες, ουρές και φωτογραφίες. Κοιτάζει κάποιος αυτή την εικόνα και εύκολα καταλήγει:
«Χρυσές δουλειές κάνουν φέτος».
Ο μικρέμπορος πίσω από τον πάγκο χαμογελά, όχι επειδή συμφωνεί, αλλά επειδή ξέρει πως άλλο είναι ο κόσμος που περνά μπροστά από τη βιτρίνα, άλλο εκείνος που ανοίγει την πόρτα και άλλο αυτό που τελικά μένει στο ταμείο.
Έτσι είναι… εάν έτσι νομίζετε.
Η βιτρίνα της τουριστικής επιτυχίας
Η Κέρκυρα είναι ισχυρός τουριστικός προορισμός και το εμπόριο βασικό κομμάτι της οικονομίας της. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επισκέπτης μετατρέπεται αυτομάτως σε εισόδημα για το μικρό κατάστημα. Μπορεί να περάσει, να φωτογραφίσει, να κοιτάξει, να συγκρίνει τιμές στο κινητό του και να συνεχίσει.
Έτσι δημιουργείται ένα από τα παράδοξα της σημερινής Κέρκυρας:
μπορεί να αυξάνεται η κίνηση χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η κατανάλωση στο μικρό εμπόριο.
Πίσω από το ταμείο
Πριν πραγματοποιηθεί η πρώτη πώληση της ημέρας, ο έμπορος έχει ήδη υποχρεώσεις: ενοίκιο, ρεύμα, μισθοδοσία, ασφαλιστικές εισφορές, προμηθευτές, λογιστή, τραπεζικές χρεώσεις, φόρους και εμπόρευμα που μπορεί να μείνει στο ράφι. Όλα αυτά πρέπει να καλυφθούν σε μια οικονομία έντονα εποχική.
Ο μικρέμπορος της Κέρκυρας προσπαθεί μέσα σε λίγους δυνατούς μήνες να εξασφαλίσει το εισόδημα που θα κρατήσει την επιχείρηση όρθια και τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό μια «καλή σεζόν» δεν κρίνεται από το πόσο γεμάτη ήταν η πόλη, αλλά από το τι έμεινε όταν αφαιρεθούν όλα.
Ο άνθρωπος πίσω από τη μικρή επιχείρηση
Το μικρό κατάστημα δεν είναι απρόσωπος οικονομικός αριθμός. Είναι συνήθως ένας άνθρωπος ή μια οικογένεια που ανοίγει το πρωί, κλείνει το βράδυ, γνωρίζει τους πελάτες της και αναλαμβάνει μόνος της παραγγελίες, εμπόρευμα, προμηθευτές και λογαριασμούς.
Δεν διαθέτει οικονομική διεύθυνση, τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ή marketing.
Είναι ο ίδιος όλα αυτά μαζί.
Πίσω από τη βιτρίνα βρίσκονται η προσωπική του περιουσία, η οικογένειά του και συχνά μια ολόκληρη επαγγελματική ζωή.
Αν κλείσει ένα μικρό κατάστημα
Μπορεί κάποιος να πει:
«Έτσι είναι η αγορά. Όποιος αντέχει μένει».
Ο ανταγωνισμός είναι πράγματι μέρος της οικονομίας και καμία επιχείρηση δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την επιβίωσή της. Όταν όμως κλείνει ένα μικρό κατάστημα, δεν χάνεται μόνο ένας ΑΦΜ. Χάνονται θέσεις εργασίας, ένας πελάτης για τον τοπικό προμηθευτή και εισόδημα που ξανακυκλοφορούσε στην τοπική οικονομία. Μαζί χάνεται και ένα κομμάτι της γειτονιάς.
Αν η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αλλάζει σταδιακά η φυσιογνωμία της πόλης. Γιατί η Κέρκυρα που αγαπούν οι επισκέπτες δεν είναι μόνο τα μνημεία και τα καντούνια της, αλλά και οι άνθρωποί της, τα μικρά μαγαζιά, ο έμπορος της ίδιας γωνίας και η οικογενειακή επιχείρηση που περνά από γενιά σε γενιά.
Η τοπική αγορά δεν είναι απλώς τόπος συναλλαγών. Είναι μέρος της ταυτότητας ενός τόπου.
Το μεγάλο στοίχημα
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να έρχονται περισσότεροι άνθρωποι στην Κέρκυρα, αλλά η επισκεψιμότητα να μετατρέπεται σε πραγματική τοπική οικονομική δραστηριότητα. Ο τουρισμός πρέπει να συνδέεται περισσότερο με το τοπικό προϊόν, τον παραγωγό, τον μικρό έμπορο, την τοπική γαστρονομία, τη χειροτεχνία και τις επιχειρήσεις που λειτουργούν και μετά το τέλος της τουριστικής περιόδου.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να μετράμε αφίξεις και να θεωρούμε ότι μετράμε ευημερία.
Δεν είναι το ίδιο.
Έτσι είναι;
Και εδώ επιστρέφει ο Pirandello.
«Έτσι είναι… εάν έτσι νομίζετε».
Βλέπουμε μια γεμάτη πόλη και θεωρούμε ότι βλέπουμε μια εύρωστη αγορά. Μπορεί να είναι έτσι. Μπορεί και όχι. Για να το μάθουμε, πρέπει να περάσουμε από τη βιτρίνα στο ταμείο και να δούμε όχι μόνο πόσοι επισκέπτες ήρθαν, αλλά πόσο από το εισόδημα που δημιουργήθηκε έμεινε στην τοπική οικονομία: πόσο έφτασε στον μικρό έμπορο, στον εργαζόμενο και στον τοπικό παραγωγό και πόσο ξανακυκλοφόρησε στην Κέρκυρα.
Η επιτυχία ενός τουριστικού τόπου δεν μετριέται μόνο από το πόσοι άνθρωποι περπάτησαν στους δρόμους του, αλλά και από το πόσοι από εκείνους που ζουν και εργάζονται σε αυτόν μπορούν να συνεχίσουν να βρίσκονται εκεί.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα δούμε τα καντούνια γεμάτα και θα πούμε:
«Τι ανάγκη έχουν οι έμποροι; Χρυσές δουλειές κάνουν…»
ας αφήσουμε μια μικρή πιθανότητα να κάνουμε λάθος.
Γιατί άλλο η ουρά στον δρόμο και άλλο η ουρά στο ταμείο.
Και στο τέλος, ο μικρέμπορος δεν ζει από τον κόσμο που πέρασε μπροστά από τη βιτρίνα του. Ζει από εκείνον που μπήκε μέσα.

