Η Κέρκυρα γεμίζει, αλλά η αγορά δεν το νιώθει
Ο τουρισμός αυξάνεται. Αυξάνεται όμως και η αξία που μένει στον τόπο;
Η εικόνα είναι γνώριμη. Αεροπλάνα γεμάτα, δρόμοι με κίνηση, παραλίες και τουριστικά σημεία με πολύ κόσμο.
Κι όμως, όλο και περισσότεροι επαγγελματίες της Κέρκυρας εκφράζουν έναν προβληματισμό: η μεγάλη τουριστική κίνηση δεν μεταφράζεται πάντοτε σε αντίστοιχη κατανάλωση στην τοπική αγορά.
Ιδιαίτερα στην εστίαση, αλλά και στο εμπόριο, στην ψυχαγωγία και στις δραστηριότητες, παρατηρείται ένας επισκέπτης πολύ πιο προσεκτικός στο πού και πόσα ξοδεύει.
Περισσότερες αγορές από σούπερ μάρκετ. Μαγείρεμα στο κατάλυμα. Λιγότερα γεύματα σε εστιατόρια. Περιορισμός αγορών και δραστηριοτήτων.
Δεν πρέπει να κατηγορήσουμε τον επισκέπτη γι’ αυτό. Ούτε φυσικά τα σούπερ μάρκετ.
Πρέπει να καταλάβουμε τι αλλάζει.
Ο τουρίστας έρχεται, αλλά ο προϋπολογισμός του έχει όρια
Ο σημερινός επισκέπτης έχει ήδη πληρώσει αεροπορικά εισιτήρια και διαμονή, ενώ αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος ζωής και στη δική του χώρα.
Όταν φτάνει στην Κέρκυρα, διαθέτει συγκεκριμένο υπόλοιπο για φαγητό, μετακινήσεις, αγορές, εκδρομές και ψυχαγωγία.
Παράλληλα, η μεγάλη ανάπτυξη καταλυμάτων με κουζίνα έχει αλλάξει τον τρόπο των διακοπών. Ο επισκέπτης μπορεί πλέον πολύ εύκολα να αγοράσει τρόφιμα και να περιορίσει σημαντικά το κόστος της εστίασής του.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι «ο τουρίστας πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ».
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν το τουριστικό ευρώ παύει να κυκλοφορεί αρκετά μέσα στην τοπική οικονομία.
Γιατί ο τουρισμός δεν αφορά μόνο το κατάλυμα.
Αφορά το εστιατόριο, το καφέ, το εμπορικό κατάστημα, τον οδηγό, τον παραγωγό, τον προμηθευτή, τον άνθρωπο που προσφέρει μια δραστηριότητα και τελικά τον εργαζόμενο.
Εάν μεγάλο μέρος του ταξιδιωτικού προϋπολογισμού εξαντλείται στη μεταφορά και στη διαμονή και το υπόλοιπο περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο παράδοξο:
περισσότερες αφίξεις, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της ευημερίας στην τοπική οικονομία.
Δεν χρειαζόμαστε απλώς περισσότερους τουρίστες
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ζήτημα για την επόμενη ημέρα του κερκυραϊκού τουρισμού.
Για πολλά χρόνια ο βασικός μας δείκτης ήταν οι αφίξεις.
Πόσοι ήρθαν φέτος;
Πόσο αυξήθηκαν σε σχέση με πέρυσι;
Όμως ένας επισκέπτης που έρχεται στην Κέρκυρα δεν έχει την ίδια οικονομική επίδραση με κάθε άλλον.
Γι’ αυτό πρέπει να αρχίσουμε να μετράμε κάτι σημαντικότερο:
την αξία που αφήνει κάθε επισκέπτης στον τόπο και το πόσο αυτή διαχέεται στην τοπική οικονομία.
Η απάντηση δεν είναι «ρίξτε τις τιμές»
Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν και οι ίδιες αυξημένα κόστη. Πρώτες ύλες, ενέργεια, μισθοί και ενοίκια δεν επιτρέπουν εύκολες λύσεις.
Η Κέρκυρα επομένως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί μόνο στην τιμή.
Πρέπει να ανταγωνιστεί στην αξία και στην εμπειρία.
Το κερκυραϊκό εστιατόριο δεν πρέπει να προσφέρει απλώς ένα ακόμη γεύμα. Μπορεί να προσφέρει τοπική γαστρονομία.
Ο παραγωγός όχι μόνο ένα προϊόν, αλλά γευσιγνωσία και γνωριμία με την παραγωγή.
Τα χωριά μας μπορούν να συνδέσουν γαστρονομία, φύση και πολιτισμό.
Η μουσική μας παράδοση, η Παλιά Πόλη, η ύπαιθρος, το ελαιόλαδο, το κουμ κουάτ και η κερκυραϊκή κουζίνα μπορούν να αποτελέσουν κομμάτια μιας ενιαίας εμπειρίας.
Δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να αναγκάσουμε τον επισκέπτη να ξοδέψει περισσότερο.
Πρέπει να του δώσουμε περισσότερους λόγους να θέλει να ξοδέψει.
Και ακόμη κι αν επιλέγει να μαγειρεύει στο κατάλυμά του, μπορούμε να φροντίσουμε στο καλάθι του να υπάρχουν περισσότερα κερκυραϊκά προϊόντα. Έτσι προσαρμοζόμαστε στη νέα καταναλωτική συμπεριφορά αντί να τη θεωρούμε απειλή.
Από τον τουρισμό των αφίξεων στον τουρισμό της αξίας
Χρειαζόμαστε, τέλος, καλύτερα τοπικά δεδομένα.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσοι ήρθαν. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα ξόδεψαν, πού τα ξόδεψαν, πόσο έμειναν και ποιο μέρος αυτής της δαπάνης παρέμεινε στην κερκυραϊκή οικονομία.
Η επιτυχία μιας τουριστικής περιόδου δεν μπορεί πλέον να κρίνεται μόνο από τα αεροπλάνα και τα γεμάτα καταλύματα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Πόσο από τον πλούτο που δημιουργεί ο τουρισμός μένει τελικά στην Κέρκυρα και σε πόσους φτάνει;
Γιατί μπορούμε να συνεχίσουμε να κυνηγάμε κάθε χρόνο ένα ακόμη ρεκόρ αφίξεων.
Ή μπορούμε να θέσουμε έναν διαφορετικό στόχο:
λιγότερη εμμονή στον αριθμό των επισκεπτών και μεγαλύτερη έμφαση στην αξία κάθε επίσκεψης.
Η Κέρκυρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερο τουρισμό.
Χρειάζεται καλύτερο τουρισμό — έναν τουρισμό που να αφήνει περισσότερη αξία στον τόπο, στις επιχειρήσεις και στους ανθρώπους του.

