Την Κέρκυρα δεν χρειάζεται να μας την περιγράψει κανείς. Τη ζούμε.
Τη ζούμε όταν ένα πρωινό προσπαθούμε να φτάσουμε στην πόλη και η διαδρομή απαιτεί περισσότερο χρόνο απ’ όσο θα έπρεπε. Όταν αναζητούμε μια θέση στάθμευσης. Όταν περπατάμε στα καντούνια και βλέπουμε δίπλα στην απαράμιλλη ομορφιά της Παλιάς Πόλης προβλήματα που παραμένουν για χρόνια. Όταν φεύγουμε από το κέντρο και συναντάμε μια διαφορετική πραγματικότητα στα χωριά μας.
Τη ζούμε όμως και διαφορετικά.
Όταν περπατάμε στη Σπιανάδα ένα ήσυχο απόγευμα. Όταν κοιτάζουμε το Παλαιό Φρούριο. Όταν βρισκόμαστε σε ένα χωριό και διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που επιμένουν να δημιουργούν στον τόπο τους. Όταν ταξιδεύουμε στους Οθωνούς, στην Ερείκουσα ή στο Μαθράκι και συνειδητοποιούμε πόσο ξεχωριστό είναι αυτό το μικρό κομμάτι της Ελλάδας στο οποίο έχουμε την τύχη να ζούμε.
Αυτές οι δύο εικόνες συνυπάρχουν.
Η Κέρκυρα της μοναδικής ομορφιάς και των μεγάλων δυνατοτήτων και, δίπλα της, η Κέρκυρα των προβλημάτων που συζητάμε ξανά και ξανά.
Και κάπου εδώ πιστεύω ότι πρέπει να αρχίσει μια διαφορετική συζήτηση.
Όχι για το ποιος φταίει περισσότερο. Αλλά για το τι κάνουμε από εδώ και πέρα.
Έχουμε συνηθίσει τα προβλήματα περισσότερο απ’ όσο πρέπει
Υπάρχει κάτι επικίνδυνο για έναν τόπο: να συνηθίσει τα προβλήματά του.
Να θεωρούμε περίπου φυσιολογικό ότι το καλοκαίρι η κυκλοφορία θα δοκιμάζει καθημερινά τις αντοχές κατοίκων και επισκεπτών. Να θεωρούμε δεδομένο ότι η στάθμευση θα αποτελεί μια μικρή καθημερινή περιπέτεια. Να αποδεχόμαστε ότι υπάρχουν δρόμοι, πεζοδρόμια και κοινόχρηστοι χώροι που δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα ενός από τους γνωστότερους προορισμούς της Μεσογείου.
Και, κυρίως, να πιστεύουμε ότι «έτσι ήταν πάντα».
Δεν ήταν πάντα έτσι και, ασφαλώς, δεν είναι υποχρεωτικό να παραμείνουν έτσι τα πράγματα.
Έχοντας υπηρετήσει την Τοπική Αυτοδιοίκηση, γνωρίζω καλά ότι ο Δήμος δεν διαθέτει ένα μαγικό κουμπί που λύνει όλα τα προβλήματα. Γνωρίζω επίσης τις δυσκολίες της διοίκησης: τις διαδικασίες, τη γραφειοκρατία, τις καθυστερήσεις, την έλλειψη προσωπικού, τις διαφορετικές αρμοδιότητες Δήμου, Περιφέρειας και κεντρικού κράτους.
Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα. Δεν μπορούν όμως να αποτελούν μόνιμη εξήγηση για όλα.
Γιατί στο τέλος ο πολίτης δικαιολογημένα ρωτά κάτι πολύ απλό: Τι άλλαξε στη ζωή μου;
Αυτή είναι ίσως η αυστηρότερη αλλά και δικαιότερη αξιολόγηση κάθε δημόσιας διοίκησης.
Η Κέρκυρα χρειάζεται σχέδιο που να μην τελειώνει στις επόμενες εκλογές
Συχνά σχεδιάζουμε με χρονικό ορίζοντα μιας δημοτικής περιόδου. Όμως τα μεγάλα προβλήματα της Κέρκυρας δεν μπορούν να λυθούν μέσα σε τέσσερα ή πέντε χρόνια.
Το κυκλοφοριακό δεν αντιμετωπίζεται με μία μόνο παρέμβαση. Η στάθμευση δεν λύνεται με ευχές. Η προστασία της Παλιάς Πόλης δεν είναι υπόθεση μιας ανάπλασης. Η διαχείριση της τουριστικής πίεσης δεν μπορεί να συζητείται μόνο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Χρειάζεται ένας σχεδιασμός δεκαετίας, με συγκεκριμένες προτεραιότητες και συνέχεια. Ένα σχέδιο που δεν θα εγκαταλείπεται επειδή άλλαξε η δημοτική αρχή.
Θα ήθελα, για παράδειγμα, να γνωρίζω ποια ακριβώς θέλουμε να είναι η εικόνα της πόλης το 2030. Πού θα σταθμεύουν όσοι έρχονται καθημερινά στο κέντρο; Πώς θα συνδέονται οι περιφερειακοί χώροι στάθμευσης με την πόλη; Πώς θα κινούνται τα μέσα μαζικής μεταφοράς; Πόσο χώρο θέλουμε να αποδώσουμε στον πεζό; Πώς θα εξυπηρετείται ένας ηλικιωμένος; Πώς θα κινείται ένας άνθρωπος με αναπηρία;
Αυτά δεν είναι θεωρητικές ερωτήσεις. Είναι η καθημερινότητα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης.
Η Παλιά Πόλη πρέπει να παραμείνει πόλη
Έχουμε ένα προνόμιο αλλά και μια τεράστια ευθύνη.
Η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας δεν αποτελεί απλώς τουριστικό αξιοθέατο. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας. Όμως πρέπει να προσέξουμε κάτι: να μην προστατεύσουμε τόσο πολύ το κέλυφος ώστε στο τέλος χάσουμε τη ζωή που υπάρχει μέσα σε αυτό.
Η Παλιά Πόλη πρέπει να εξακολουθήσει να έχει κατοίκους. Οικογένειες. Παιδιά. Μικρές επιχειρήσεις. Καθημερινότητα.
Γιατί μια πόλη χωρίς τους ανθρώπους της μπορεί να είναι όμορφη στις φωτογραφίες, αλλά παύει σταδιακά να είναι πραγματική πόλη.
Η ισορροπία ανάμεσα στην τουριστική δραστηριότητα, την οικονομία και την ποιότητα ζωής των κατοίκων δεν θα είναι εύκολη. Είναι όμως απαραίτητη.
Η Κέρκυρα δεν σταματά στο κέντρο
Πολλές φορές η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται –δικαιολογημένα σε έναν βαθμό– στην πόλη. Όμως ο Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων είναι πολύ περισσότερα.
Είναι οι περιαστικές περιοχές, οι πρώην δημοτικές ενότητες, τα χωριά και οι κοινότητες. Είναι οι άνθρωποι που ζουν με διαφορετικές ανάγκες λίγα ή πολλά χιλιόμετρα μακριά από το διοικητικό κέντρο. Και είναι, βέβαια, τα Διαπόντια Νησιά.
Εκεί η έννοια της ισότιμης αντιμετώπισης αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο.
Για τον κάτοικο των Οθωνών, της Ερείκουσας ή του Μαθρακίου, ζητήματα που για εμάς μπορεί να φαίνονται απλά –μια μετακίνηση, μια διοικητική διαδικασία, η πρόσβαση σε μια υπηρεσία– μπορούν να είναι πολύ πιο δύσκολα.
Ένας σύγχρονος Δήμος οφείλει να μειώνει αυτές τις αποστάσεις. Όχι μόνο γεωγραφικά. Κυρίως διοικητικά και κοινωνικά.
Να μετρήσουμε διαφορετικά την τουριστική επιτυχία
Χαιρόμαστε κάθε φορά που η Κέρκυρα καταγράφει υψηλές τουριστικές επιδόσεις. Και σωστά. Χιλιάδες οικογένειες ζουν άμεσα ή έμμεσα από τον τουρισμό.
Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει στον αριθμό των αφίξεων στο αεροδρόμιο ή στο λιμάνι.
Ένας τόπος μπορεί να έχει περισσότερους επισκέπτες και ταυτόχρονα οι κάτοικοί του να αισθάνονται ότι η ποιότητα της καθημερινότητάς τους υποχωρεί. Εκεί υπάρχει ένα πρόβλημα που πρέπει να μας απασχολήσει.
Το ερώτημα της επόμενης δεκαετίας, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι μόνο «πόσους τουρίστες θα έχουμε;». Πρέπει να είναι: Τι τουρισμό θέλουμε;
Τουρισμό που δημιουργεί μεγαλύτερη αξία. Που στηρίζει την τοπική παραγωγή. Που συνδέεται με τον πολιτισμό, τη γαστρονομία και την ενδοχώρα. Που δημιουργεί καλύτερες και πιο σταθερές θέσεις εργασίας. Που σέβεται τα όρια και τις αντοχές του τόπου.
Να ξαναβάλουμε τον πήχη ψηλότερα
Η Κέρκυρα έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό.
Επειδή είναι τόσο όμορφη από μόνη της, πολλές φορές μας συγχωρεί τις αδυναμίες μας.
Ο επισκέπτης θα εντυπωσιαστεί από το Λιστόν, το Παλαιό Φρούριο, το Μον Ρεπό, την Παλαιοκαστρίτσα, τις παραλίες και τα χωριά μας.
Εμείς όμως δεν έχουμε δικαίωμα να επαναπαυόμαστε στην ομορφιά που κληρονομήσαμε. Έχουμε υποχρέωση να προσθέσουμε κάτι σε αυτήν.
Και για να συμβεί αυτό χρειάζεται κάτι περισσότερο από χρήματα.
Χρειάζεται σχέδιο. Χρειάζεται διοίκηση. Χρειάζεται συνέχεια. Χρειάζεται αξιολόγηση του αποτελέσματος. Και χρειάζεται να μπορούμε να πούμε και ένα «έκανα λάθος» όταν κάτι δεν λειτουργεί.
Αυτό δεν αποτελεί αδυναμία στη δημόσια ζωή. Αποτελεί σοβαρότητα.
Δεν γράφω όλα αυτά πιστεύοντας ότι έχω τις απαντήσεις για κάθε πρόβλημα της Κέρκυρας.
Έχω όμως την πεποίθηση ότι ο τόπος χρειάζεται να ξαναρχίσει να συζητά για το μέλλον του με μεγαλύτερη φιλοδοξία και λιγότερη μοιρολατρία.
Να ακούσουμε τους ανθρώπους της αγοράς, τους εργαζομένους, τους επιστήμονες, τους ανθρώπους του πολιτισμού, τους νέους, τους κατοίκους των χωριών και των Διαποντίων.
Και να ξαναβάλουμε στο τραπέζι ένα ερώτημα που είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημοτική παράταξη:
Ποια Κέρκυρα θέλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας;
Γιατί το 2030 δεν είναι μακριά.
Και όσα δεν αρχίσουμε να σχεδιάζουμε σήμερα, θα τα συζητάμε –ως προβλήματα πλέον– αύριο.
Σπύρος Κροκίδης

