Δικαίως η Κέρκυρα και τα Επτάνησα πανηγυρίζουν κάθε χρόνο για την επέτειο της Ένωσης. Το 1864 αποτέλεσε χρονιά-καταλύτη τόσο για τα Ιόνια Νησιά, όσο και για το σχετικά νεοσύστατο ελληνικό κράτος που μόλις ξεκινούσε τα πρώτα του βήματα και μεγάλωνε τόσο σε μέγεθος όσο και σε τεχνογνωσία και σε στελέχη διοίκησης, αφού το Ιόνιον Κράτος ήταν ένα ήδη οργανωμένο από τους Άγγλους κράτος – στα μέτρα τους, βέβαια.
Όμως, το πανηγυρικό κλίμα επισκιάζει ορισμένα γεγονότα που, στην πραγματικότητα, έβαλαν «φουρνέλο» τόσο στην ανάπτυξη και απελευθέρωση της Ελλάδας, όσο και στα ίδια τα Ιόνια. Και ένα κομβικό σημείο αυτής της ιστορίας αποτελούν τα (κυριολεκτικά) φουρνέλα που από τον Γενάρη αυτής της χρονιάς έβαζαν οι Άγγλοι μηχανικοί στο περίφημο οχυρωματικό έργο του Βίδου, στις οχυρώσεις του λόφου Αβράμη, στα Φρούρια της πόλης και αλλού. Διότι, προτού υλοποιηθεί η επικείμενη Ένωση την 21η του τότε Μαΐου, έπρεπε πρώτα να διευθετηθούν ορισμένες… «λεπτομέρειες» που θα σημάδευαν την τράπουλα υπέρ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, με ό,τι αυτό σήμαινε για τους «ελεύθερους» (και καλά) Έλληνες.
Εν αρχή ην η βία
Η ιστορία, βέβαια, ξεκινά ορισμένα χρόνια πιο πριν.
Ξεκινά με ένα διεθνές νομικό παράδοξο: Η Συνθήκη του Παρισιού (1815) δημιούργησε το «Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων», με δική τους σημαία και σύνταγμα, αλλά υπό την «αποκλειστική προστασία» της Μεγάλης Βρετανίας.
Η παραχώρηση των Επτανήσων δεν ήταν μια πράξη ρομαντικού φιλελληνισμού, αλλά μια στρατηγική κίνηση εγκλωβισμού του ελληνικού κράτους
Η Βρετανία απέφυγε την ευθύνη της καθημερινής διακυβέρνησης ενός κράτους αλλά κράτησε τον έλεγχο των λιμανιών. Έτσι, το Σύνταγμα του 1817 (του Maitland) ήταν μάλλον «στημένο»: Ο Άγγλος Αρμοστής είχε τον απόλυτο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, η νομοθετική εξουσία (Βουλή) ήταν εν πολλοίς διορισμένη αφού ο Αρμοστής ήταν αυτός που ενέκρινε τη λίστα των υποψηφίων, οι τοπικοί ευγενείς διατηρούσαν τα προνόμιά τους, αλλά η πραγματική ισχύς βρισκόταν στα χέρια των Βρετανών τοποτηρητών.
Η βρετανική στάση βασίστηκε στη συμμαχία με την τοπική αριστοκρατία (τους κατόχους του Libro d’Oro).
Από τη δεκαετία του 1830, εμφανίστηκαν οι μορφωμένοι Επτανήσιοι με τη γενιά της Ιονίου Ακαδημίας, αλλά και οι λόγιοι που προέρχονταν από σπουδές στα περίφημα πανεπιστήμια της Ιταλίας με τις φιλελεύθερες ιδέες και τον ρομαντικό εθνικισμό. Το αίτημα για απαλλαγή από τον «προστάτη» (στην πραγματικότητα δυνάστη) Άγγλο και τη συνένωση με τη μητέρα Ελλάδα, οδήγησε σε απίστευτες αγριότητες τους Βρετανούς, που δεν ήθελαν επ’ ουδενί αφενός τη γιγάντωση του ελληνικού κράτους με απώλεια μιας τόσο κρίσιμης δικής τους κτήσης (ακόμα και με τον μανδύα του ανεξάρτητου κράτους), αφετέρου την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τον κίνδυνο καθόδου της Ρωσίας στον βαλκανικό νότο.
Οι απαγχονισμοί, οι βασανισμοί και οι δημεύσεις όσων Κερκυραίων και Επτανησίων βοηθούσαν τους σκοπούς της ελληνικής επανάστασης, άρχισαν να κορυφώνονται τη δεκαετία του 1840, με αποκορύφωμα ίσως την καταστολή της εξέγερσης του ’49 σε Αργοστόλι και Ληξούρι στην Κεφαλονιά. Δημόσιες μαστιγώσεις, απαγχονισμοί και κάψιμο χωριών μετέτρεψαν τη βρετανική «Προστασία» σε μισητή «Τυραννία» στη συνείδηση του επτανησιακού λαού.
Οι Ριζοσπάστες
Στα τέλη της δεκαετίας του 1840, δημιουργήθηκε το Κόμμα των Ριζοσπαστών (Ζερβός-Ιακωβάτος, Μομφερράτος) μετά τη μερική φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας· ακολούθησε την περίφημη «Άνοιξη των Λαών» στην Ευρώπη, με τον τότε αρμοστή λόρδο Seaton να παραχωρεί μερική ελευθεροτυπία και να επιτρέπει την ίδρυση κομμάτων με την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Οι Ριζοσπάστες εξέφραζαν αιτήματα όπως άμεση ένωση με την Ελλάδα χωρίς όρους αλλά και ταξικά ζητήματα (κατάργηση των προνομίων των ευγενών και προστασία των αγροτών).
Όμως, για το Λονδίνο, τα Επτάνησα παρέμεναν ως το προκεχωρημένο φυλάκιο που θα απέτρεπε τη ρωσική κάθοδο: Η Μ. Βρετανία φοβόταν ότι αν τα νησιά αφήνονταν ελεύθερα, θα γίνονταν δορυφόροι της Ρωσίας λόγω του κοινού ορθόδοξου δόγματος. Για να αποτραπεί αυτό, επέβαλλαν «ουδετερότητα» απέναντι στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα επιχείρησαν να απομονώσουν τους Επτανήσιους από τον εθνικό ελληνικό κορμό, φτάνοντας στο σημείο να απαγχονίζουν όσους μετέφεραν πολεμοφόδια στο Μεσολόγγι.
Οι αλλαγές
Με την ισχυροποίηση όμως, χρόνο με το χρόνο, των Ριζοσπαστών και τα Ιόνια να «βράζουν», η διά των ακροτήτων και της πυγμής επιβολή άρχιζε να κοστίζει στους Βρετανούς όλο και περισσότερο. Το Ιόνιο Κοινοβούλιο καταψήφιζε προϋπολογισμούς, οι σχέσεις των Επτανησίων με τους επαναστατημένους Έλληνες ήταν όλο και πιο ισχυρές, ενώ παράλληλα η Κέρκυρα έχανε την αξία της ως γεωστρατηγικός κόμβος ναυτιλίας και εμπορίου λόγω του εκσυγχρονισμού της ναυσιπλοΐας, της επικείμενης διάνοιξης της Διώρυγας του Σουέζ και της ανάδειξης άλλων κόμβων.
Οπότε, από τα τέλη της δεκαετίας του 1850, οι Άγγλοι έβαλαν σε εφαρμογή νέο σχέδιο το οποίο θα ήταν απολύτως «κερδοφόρο» για αυτούς και θα έβαζε τα φουρνέλα που λέγαμε στην αρχή στην ανάπτυξη της ελεύθερης Ελλάδας.
Τον Ιανουάριο του 1864, ενώ η Ένωση είχε ήδη αποφασιστεί, οι Βρετανοί μηχανικοί άρχισαν να τοποθετούν τεράστιες ποσότητες πυρίτιδας στα φρούρια του Βίδου και στον οχυρό λόφο του Αβράμη
Η Βρετανία, βλέποντας ότι η κατάσταση είναι έκρυθμη, έστειλε τον κορυφαίο την εποχή εκείνη πολιτικό και διπλωμάτη Γλάδστωνα, προκειμένου να πείσει τους Επτανήσιους να σταματήσουν να ζητούν Ένωση, προσφέροντάς τους ως αντάλλαγμα ένα πολύ πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο Σύνταγμα. Εισέπραξαν ένα ηχηρό «Όχι», καθώς το Ιόνιο Κοινοβούλιο εξέφρασε ως μόνη επιθυμία την Ένωση.
Τα ανταλλάγματα
Η αλλαγή στάσης προήλθε εν πολλοίς από την εκθρόνιση του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, φιλορώσου, το 1862. Τότε, οι Άγγλοι συνειδητοποίησαν ότι ήταν πιο φθηνό και αποτελεσματικό να ελέγχουν ολόκληρο το Ελληνικό Βασίλειο μέσω ενός δικού τους βασιλιά και του ελέγχου του δανεισμού, παρά να διοικούν απευθείας επτά επαναστατημένα νησιά.
Η Βρετανία έδωσε τα νησιά στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την αποδοχή του Βασιλιά Γεωργίου Α΄. Ο Γεώργιος ήταν ο εγγυητής ότι η Ελλάδα θα παρέμενε στο βρετανικό άρμα. Αν η Αθήνα «παρεκτρεπόταν» (π.χ. στρεφόταν προς τη Ρωσία), ο βρετανικός στόλος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αποκλείσει τα νησιά ή να επιτρέψει σε άλλους να τα επιτεθούν, αφού ήταν επίσημα αφοπλισμένα.
Η Κέρκυρα, λόγω της κομβικής της θέσης στην είσοδο της Αδριατικής και της εγγύτητάς της με τις οθωμανικές ακτές, μπήκε στο στόχαστρο. Αν και αρχικά οι Βρετανοί απαίτησαν την ουδετεροποίηση όλων των νησιών, τελικά επιβλήθηκε μέσω της Συνθήκης του Λονδίνου ο όρος της «διαρκούς ουδετερότητας» αποκλειστικά για την Κέρκυρα και τους Παξούς. Αυτό σήμαινε ότι η Ελλάδα αποκτούσε μεν την κυριαρχία αυτών των εδαφών, αλλά δεν είχε το δικαίωμα να τα υπερασπιστεί στρατιωτικά ή να τα χρησιμοποιήσει ως ορμητήριο σε περίπτωση στρατιωτικής συμπλοκής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Για να διασφαλιστεί αυτό, οι Άγγλοι μερικούς μήνες πριν τις υπογραφές, κατέστρεψαν τις σπουδαίες οχυρώσεις του νησιού.
Τα φουρνέλα
Το Βίδο είχε μετατραπεί από τους Άγγλους σε ένα «αβύθιστο πλοίο», ένα φρούριο με τεράστιο κόστος κατασκευής που θεωρούνταν εφάμιλλο του Γιβραλτάρ. Τον Ιανουάριο του 1864, ενώ η Ένωση είχε ήδη αποφασιστεί, οι Βρετανοί μηχανικοί άρχισαν να τοποθετούν τεράστιες ποσότητες πυρίτιδας στα φρούρια του Βίδου και στον οχυρό λόφο του Αβράμη.
Οι Κερκυραίοι παρακολουθούσαν ανήμποροι τις εκρήξεις που συγκλόνιζαν το Βίδο. Ο Δήμος Κερκυραίων και η Ιόνιος Βουλή έστειλαν τηλεγραφήματα στο Λονδίνο ζητώντας να σταματήσει η καταστροφή, υποστηρίζοντας ότι τα φρούρια ανήκαν στον επτανησιακό λαό που τα πλήρωσε.
Ο Λόρδος Russell απάντησε κυνικά ότι τα φρούρια ανήκαν στην «Προστασία» και, εφόσον η Προστασία έπαυε, έπρεπε να καταστραφούν για να μην πέσουν στα χέρια «τρίτων» (υπονοώντας τη Ρωσία ή την Ιταλία) ή να μην χρησιμοποιηθούν από την Ελλάδα για να ταράξουν την ειρήνη στην Ανατολή.
Το Παλαιό Φρούριο (βυζαντινό και ενετικό σύμβολο της πόλης) δεν ανατινάχθηκε επειδή ήταν παρωχημένο· όμως, στο Νέο Φρούριο η καταστροφή ήταν μερική αλλά καίρια. Οι Άγγλοι ανατίναξαν τα εξωτερικά οχυρά (τον προμαχώνα του Σκάρπονα και τις υπόγειες στοές που κοιτούσαν προς την ξηρά). Ήθελαν να καταστήσουν το φρούριο ανίκανο να αντέξει σε μια παρατεταμένη πολιορκία από τη μεριά της θάλασσας, αλλά να μην το ισοπεδώσουν τελείως, ώστε να αποφύγουν τις ζημιές στον αστικό ιστό.
Οι Άγγλοι λειτούργησαν με χειρουργική ακρίβεια στις καταστροφές, επιθυμώντας μόνο να διασφαλίσουν την απογύμνωση της Κέρκυρας χωρίς όμως να προκαλέσουν άλλες καταστροφές για να αποφύγουν τη διεθνή κατακραυγή. Κατέστρεψαν οτιδήποτε ήταν τεχνολογικά σύγχρονο και άφησαν ανέγγιχτο ό,τι ήταν ενετικό, το οποίο λειτουργούσε πλέον περισσότερο ως «ντεκόρ» παρά ως πραγματική απειλή για έναν σύγχρονο στόλο.
Πέρα από την ανατίναξη των φρουρίων, οι Άγγλοι δεν άφησαν τίποτα χρήσιμο πίσω. Τα υπερσύγχρονα για την εποχή κανόνια είτε φορτώθηκαν σε βρετανικά πλοία για να μεταφερθούν στη Μάλτα, είτε –όσα δεν μπορούσαν να πάρουν– τα κατέστρεψαν ή τα πέταξαν στη θάλασσα, για να βεβαιωθούν ότι ο ελληνικός στρατός θα παραλάμβανε μόνο πέτρες.
Η… “Προστασία”
Οι Άγγλοι πίεσαν τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις (Αυστρία, Πρωσία, Ρωσία) να δεχτούν την Ένωση μόνο υπό τον όρο της διαρκούς ουδετερότητας, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δεν κλήθηκε καν στις διαπραγματεύσεις. Της κοινοποιήθηκε μια τετελεσμένη απόφαση που ο Τρικούπης υπέγραψε στο τέλος…
Με την ουδετερότητα της Κέρκυρας και των Παξών, η Βρετανία εξασφάλισε ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία χρησιμοποιώντας το στρατηγικότερο σημείο του Ιονίου ως βάση. Αν το έκανε, η Βρετανία είχε το νόμιμο δικαίωμα να επέμβει στρατιωτικά εναντίον της Ελλάδας για να «επιβάλει τη διεθνή νομιμότητα».
Η Ελλάδα χρειαζόταν ένα ισχυρό ναυτικό για να αστυνομεύει και να προστατεύει τα Επτάνησα λόγω της ακτογραμμής, το οποίο δεν διέθετε, ούτε είχε τα χρήματα για να το δημιουργήσει. Η ασφάλεια ειδικά του βόρειου Ιονίου βασιζόταν πλέον αποκλειστικά στο Βρετανικό Ναυτικό, με τον βρετανικό στόλο να μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποκλείσει την Κέρκυρα ή να επιτρέψει σε άλλους να της επιτεθούν, αφού ήταν επίσημα αφοπλισμένη.
Η «δικαίωση» αυτής της πολιτικής για τους Βρετανούς ήρθε μερικές δεκαετίες μετά:
Στον πόλεμο του 1897, η Ελλάδα δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει τα Επτάνησα, ενώ στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), η απελευθέρωση της Ηπείρου έγινε με τεράστιες δυσκολίες μέσω ξηράς, με την Κέρκυρα να παραμένει ως ένας παθητικός παρατηρητής των εξελίξεων, δεσμευμένη από το καθεστώς της ουδετερότητας που είχε επιβληθεί μισό αιώνα πριν.
Έπρεπε πρώτα να διευθετηθούν ορισμένες… «λεπτομέρειες» που θα σημάδευαν την τράπουλα υπέρ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, με ό,τι αυτό σήμαινε για τους «ελεύθερους» Έλληνες
Το 1923, η Ιταλία του Μουσολίνι βομβάρδισε και κατέλαβε την Κέρκυρα. Η Ελλάδα ήταν ανήμπορη να αντιδράσει στρατιωτικά. Τα οχυρά που είχαν ανατινάξει οι Άγγλοι το 1864, θα μπορούσαν, αν υπήρχαν, να διαδραματίσουν έστω έναν κάποιο ρόλο. Η ουδετερότητα που είχε επιβληθεί το 1864 δεν εμπόδισε την Ιταλία να επιτεθεί, αλλά εμπόδισε την αδύναμη Ελλάδα να αμυνθεί. Η Βρετανία, ως «εγγυήτρια» της ουδετερότητας, έπαιξε και τότε έναν ρόλο επιτήδειου ουδέτερου, επιτρέποντας στην Ιταλία να εκβιάσει την Ελλάδα.
Η “προίκα”
Η ιστορία της αγγλικής στάσης στα Επτάνησα αποτελεί ένα ισχυρό μάθημα αποικιοκρατίας στην Ευρώπη. Οι Άγγλοι δεν έφυγαν ηττημένοι· έφυγαν αφού πρώτα:
• Αποστείρωσαν το έδαφος στρατιωτικά
• Δέσμευσαν το μέλλον πολιτικά
• Υπονόμευσαν την οικονομία
• Ακρωτηρίασαν τη γεωστρατηγική δυναμική της Ελλάδας.
Η παραχώρηση των Επτανήσων δεν ήταν μια πράξη ρομαντικού φιλελληνισμού, αλλά μια στρατηγική κίνηση εγκλωβισμού του ελληνικού κράτους. Ήταν μια Ένωση υπό όρους, όπου η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας πληρώθηκε με το τίμημα του στρατηγικού ευνουχισμού της στην περιοχή του Ιονίου. Μια άσκηση διαχείρισης της παρακμής μιας Αυτοκρατορίας, με τους επιτελείς της, από… φωτισμένους προστάτες, να μετατρέπονται στους πιο βίαιους δυνάστες όταν απειλήθηκαν τα συμφέροντά τους. Αποχώρησαν ως… ευγενείς δωρητές, αφού πρώτα εξασφάλισαν ότι η «προίκα» που έδιναν θα κρατούσε την Ελλάδα δέσμια της δικής τους γεωπολιτικής στρατηγικής.


Ζήτω οι * ελληνες *
Ζήτω οι * σύμμαχοι*