Το βιβλίο «Η τελευταία εκτέλεση» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που φωτίζει μια από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της ιστορίας του τόπου μας: τη θυσία των κομμουνιστών και αγωνιστών της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης στο Λαζαρέτο.
Πρόκειται για ένα έργο που δεν στέκεται απλώς στο γεγονός της εκτέλεσης. Επιχειρεί να φωτίσει τον άνθρωπο πίσω από τον μελλοθάνατο, τη διαδρομή πίσω από τη θυσία, τη ζωή πίσω από τον θάνατο.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα κεφάλαια έχουν αντίστροφη αρίθμηση. Σαν μια αντίστροφη μέτρηση προς το αναπόφευκτο τέλος. Ο αναγνώστης γνωρίζει από την αρχή πού οδηγούνται τα βήματα του ήρωα. Κι όμως, η γνώση του τέλους δεν αφαιρεί τίποτε από την αγωνία. Αντίθετα, την εντείνει. Γιατί εκείνο που έχει σημασία δεν είναι μόνο πώς πεθαίνει κανείς, αλλά κυρίως πώς έζησε και γιατί έφτασε ως εκεί.
Γι’ αυτό το λόγο η αφήγηση δεν είναι γραμμική. Κάνει διαρκώς μπρος και πίσω στον χρόνο, όπως ακριβώς και η ίδια η Ιστορία της κοινωνίας μας: με ζιγκ-ζαγκ, με πισωγυρίσματα, με στροφές, με ανατροπές. Μα πάντοτε, μέσα από τις αντιφάσεις της, κινείται προς τα εμπρός. Όπως κινείται μπροστά και η κοινωνική εξέλιξη, όσο κι αν προσωρινά φαίνεται να σκοντάφτει.
Το σταθερό θεμέλιο στη ζωή του ήρωα είναι η φτώχεια, οι στερήσεις, η αγωνία για το μεροκάματο. Η ανασφάλεια της επόμενης ημέρας. Δεν πρόκειται όμως για μια ατομική ατυχία, ούτε για μια οικογενειακή ιδιαιτερότητα. Είναι ένα γενικευμένο κοινωνικό φαινόμενο. Είναι η αντανάκλαση ενός εκμεταλλευτικού συστήματος που αποδεικνύεται διαχρονικά πολύ ικανό στο να μοιράζει δυστυχία στους πολλούς και πλούτο στους λίγους.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει το ΚΚΕ. Και το αναγνωρίζει ως το κόμμα της φτωχολογιάς, της προσφυγιάς, των αδυνάμων, των ανθρώπων του μόχθου. Έτσι ακριβώς ρίζωσε συνολικά το ΚΚΕ στη συνείδηση της εργατικής τάξης και του λαού. Ως το αποκούμπι των καταπιεσμένων, ως η οργανωμένη ελπίδα εκείνων που δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από τη δύναμή τους και το δίκιο τους.
Για να μπορέσουμε όμως να κατανοήσουμε το μέγεθος, την ποιότητα, την κλάση εκείνων των ανθρώπων, χρειάζεται να σταθούμε στη δεκαετία του 1930. Εκεί σφυρηλατήθηκε ο χαρακτήρας τους. Εκεί δοκιμάστηκε η πίστη τους. Εκεί διαμορφώθηκε η ηθική υπόσταση εκείνης της γενιάς κομμουνιστών που τα επόμενα χρόνια θα έγραφε ιστορία.
Είναι μια δεκαετία που ξεκινά με τον κομμουνισμό να αντιμετωπίζεται ως ιδιώνυμο αδίκημα από κυβερνήσεις και πολιτικούς πολλών αποχρώσεων. Με διώξεις, φακελώματα, φυλακές. Κι όμως, ούτε αυτό στάθηκε αρκετό για να ανακόψει τη λαϊκή δράση. Το αντίθετο.
Η δικτατορία του Μεταξά κλιμάκωσε την επίθεση. Συλλήψεις, βασανιστήρια, εξορίες, φυλακές έγιναν σχεδόν συνώνυμα της κομμουνιστικής δράσης. Μα εκεί ακριβώς, μέσα στη φωτιά της ταξικής πάλης, διαμορφώθηκε η γενιά των αλύγιστων.
Μια γενιά που σκόρπισε ιερούς τόπους θυσίας σε όλη την Ελλάδα: στην Ακροναυπλία, στην Ανάφη, στον Άη Στράτη, στο Χαϊδάρι, στην Καισαριανή, στις φυλακές της Κέρκυρας, στο Λαζαρέτο.
Και καθώς πρόσφατα ήρθαν στο φως συγκλονιστικά ντοκουμέντα από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι πρόκειται για την ίδια γενιά. Την ίδια γενιά που πότισε με το αίμα της και το Λαζαρέτο. Την ίδια γενιά που απέδειξε πως οι ιδέες δεν εκτελούνται. Ότι το αγέρωχο βλέμμα απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν είναι στάση της στιγμής, αλλά στάση ζωής.
Αλλά ακόμη και στις φυλακές και στις εξορίες έλαμψαν οι αρετές των κομμουνιστών. Πάλεψαν και πέτυχαν να αναγνωρίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι και να διαχωρίζονται από τους ποινικούς. Οργάνωσαν ομάδες συμβίωσης, μορφωτικές διαδικασίες, πολιτιστικές δράσεις, συλλογική αντιμετώπιση των στερήσεων. Δημιούργησαν μέσα στις πιο βάρβαρες συνθήκες νησίδες αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς.
Μία ανθρωπιά που ορθώθηκε σαν αντίπαλο δέος απέναντι στην βαρβαρότητα, απέναντι στην αστική εξουσία και την προσπάθειά της, ουσιαστικά, να εξαλείψει την επιρροή και την δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος που είχε γιγαντωθεί κατά την περίοδο της κατοχής και της αντίστασης. Οι εκτελεσμένοι αγωνιστές αναγκάστηκαν από τις συνθήκες να γίνουν ήρωες, σε τόπους, όπως το Λαζαρέτο, που οι αντίπαλοί τους επέλεξαν ως το ύστατο σημείο που θα πάταγαν ζωντανοί. Και αυτοί κατάφεραν να το μετατρέψουν σε ιερό τόπο.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο ερώτημα που θέτει και το βιβλίο: γιατί αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας; Γιατί προτίμησαν τον θάνατο αντί για την αποκήρυξη των ιδεών τους; Η απάντηση βρίσκεται στη δύναμη των ιδανικών τους.
Στην πίστη τους πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Στην αφοσίωσή τους στην ελευθερία, στη δικαιοσύνη, στην κοινωνική απελευθέρωση. Στην ακλόνητη εμπιστοσύνη τους στο Κόμμα τους, στην τάξη τους, στον λαό.
Αυτά τα ιδανικά τούς κράτησαν όρθιους μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Αυτά τους κράτησαν αλύγιστους, αταλάντευτους, περήφανους. Τα ιδανικά του σοσιαλισμού – κομμουνισμού ήταν αρκετά ισχυρά ώστε να μετατρέψουν απλούς ανθρώπους σε ηρωικές μορφές της ιστορίας του λαού μας.
Και αν η ιστορία που διαβάσαμε δεν έχει ένα χαρούμενο τέλος, η ίδια η Ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμη και οι λαοί δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη.
Οι αγώνες συνεχίζονται γιατί η αδικία παραμένει. Η εκμετάλλευση είναι παρούσα. Άρα και η ανάγκη για ανατροπή της. Ειδικά στη σημερινή ιστορική συνθήκη όπου ο κόσμος βυθίζεται όλο και περισσότερο στη δίνη μίας παγκόσμιας ιμπεριαλιστής σύγκρουσης με απρόβλεπτες αλλά σίγουρα καταστροφικές συνέπειες για τους λαούς. Η ανάγκη υπεράσπισης των συμφερόντων του λαού κόντρα στα πολεμοκάπηλα σχέδια της αστικής τάξης προβάλλει πιο επιτακτικά από ποτέ. Η ανάγκη για μία κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, χωρίς πολέμους, φτώχεια, προσφυγιά και αδικία δεν είναι ουτοπία, είναι αναγκαιότητα.
Επιτρέψτε μου να κλείσω με τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου για τους εκτελεσμένους συντρόφους του, που αποτυπώνουν και τη θυσία τους και το καθήκον των επόμενων γενιών: «Αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα».
Αυτό είναι το χρέος της μνήμης. Να γίνεται πράξη. Να γίνεται συνέχιση του ασυμφιλίωτου αγώνα με ό,τι μας καταδυναστεύει.
Καλοτάξιδο!
* Πρόκειται για οριακά προσαρμοσμένο για δημοσίευση κείμενο-χαιρετισμό που απηύθυνε εκ μέρους της Τομεακής Επιτροπής Κέρκυρας του ΚΚΕ ο επικεφαλής της, Γιάννης Μπορμπότης, στην πρόσφατη εκδήλωση παρουσίασης του μυθιστορήματος του Νίκου Παργινού «Η τελευταία εκτέλεση», που συνδέεται με τις εκτελέσεις δεκάδων κομμουνιστών – λαϊκών αγωνιστών, πριν από οκτώ περίπου δεκαετίες, στην κερκυραϊκή νησίδα Λαζαρέτο.

