Ένα μυθιστόρημα για τη φιλία, τις αλάνες και το δικαίωμα να μεγαλώνεις χωρίς να προδώσεις το όνειρό σου.
Στην εφημερίδα «Corfupress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα Πέτρο Οψιρέτη με αφορμή το βιβλίο του «Η Συμμορία των Ονειροπόλων», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή Παιδείας. Με φόντο το Παρίσι από τη δεκαετία του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο συγγραφέας στήνει μια ιστορία όπου η παιδική αθωότητα, η φιλία και το ποδόσφαιρο γίνονται κάτι πολύ περισσότερο από αναμνήσεις. Γίνονται τρόπος να αντισταθεί κανείς στο γκρίζο της καθημερινότητας και να κρατήσει ζωντανό το βλέμμα του απέναντι στη ζωή.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Οψιρέτη, στη «Συμμορία των Ονειροπόλων» οι αλάνες και τα πάρκα δεν είναι απλώς χώροι παιχνιδιού, αλλά τόποι όπου γεννιούνται δεσμοί και χαρακτήρες. Νιώθετε πως εκεί, μακριά από οθόνες και έτοιμες απαντήσεις, τα παιδιά μάθαιναν κάποτε πιο ουσιαστικά τι σημαίνει να ανήκεις κάπου;
Π.Ο.: Οι αλάνες και τα πάρκα ήταν, να το πω χαριτολογώντας, τα πρώτα στέκια. Υπήρχε μια όμορφη ρουτίνα τότε. Επιστρέφαμε από το σχολείο, τρώγαμε το μεσημεριανό, κάναμε τα μαθήματα γι’ αύριο και πηγαίναμε για μπάλα. Είχαμε μια όμορφη σύνδεση. Ναι, ανήκαμε σε μια ομάδα. Η κάθε γειτονιά είχε τη δική της παρέα. Συνήθως γυρνούσαμε με τα γόνατα ματωμένα και τα ρούχα μέσα στη σκόνη και τη λάσπη. Ήμασταν ανέμελοι. Είναι πολύ σημαντικό παρά τις αντιξοότητες να διατηρήσουμε όσο μπορούμε την ανεμελιά μας. Για να γίνει όμως αυτό προϋποθέτει να ‘χουμε και φίλους, που θα μας σταθούν μέχρι το τέλος.
Ο Ζανβιέ και η παρέα του δεν φτιάχνουν μια «συμμορία» για να προκαλέσουν, αλλά για να υπερασπιστούν ένα δικαίωμα, να ονειρεύονται με τους δικούς τους όρους. Είναι τελικά το όνειρο η πιο αθόρυβη και πιο ουσιαστική μορφή αντίστασης απέναντι στον κόσμο των μεγάλων;
Π.Ο.: Σίγουρα. Όσο ονειρεύεσαι ελπίζεις. Τι θα ήταν η ζωή δίχως την ελπίδα; Θυμάστε την ατάκα του χαρακτήρα, που υποδύονταν η Βίβιαν Λι στο όσα παίρνει ο άνεμος; Αύριο ξημερώνει μι’ άλλη μέρα. Η σκέψη αυτή σε τροφοδοτεί με δύναμη ώστε ν’ αντέξεις το σήμερα, γιατί το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο.
Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη για να ξεκινήσει κάποιος την ατομική του επανάσταση. Αν θέλουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει πρώτα ν’ αλλάξουμε εμείς.
Στο βιβλίο σας το ποδόσφαιρο αποκτά σχεδόν μυθική διάσταση. Τι είναι αυτό που σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτό, η χαρά του παιχνιδιού ή το ότι μπορεί να ενώσει εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους κάτω από έναν κοινό παλμό;
Π.Ο.: Το ποδόσφαιρο ανέκαθεν χαρακτηρίζεται ως το άθλημα του λαού. Εξάλλου αν κάτι μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους, αυτό είναι η τέχνη κι ο αθλητισμός. Το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως πυλώνας δείχνοντας πως ο κοινός στόχος μπορεί να ενώσει. Οι ήρωες μας βλέποντας πως η αγάπη για το ποδόσφαιρο υπάρχει και στις νεότερες γενιές, αλλά κάτω από ένα εικονικό πρίσμα, αποφασίζουν να το χρησιμοποιήσουν ως όπλο αν θέλετε, ώστε να βγάλουν τα παιδιά από τα σπίτια τους και να κοινωνικοποιηθούν μέσα από το παιχνίδι.
Οι ήρωές σας δεν είναι εξιδανικευμένοι. Έχουν πείσμα, αγωνίες, ατέλειες και μικρές εσωτερικές μάχες. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να αποδώσετε την εφηβεία χωρίς ψεύτικη ωραιοποίηση, αλλά με την αλήθεια της;
Π.Ο.: Ο κάθε άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τα πάθη του. Είτε αυτά τον καταστρέφουν είτε τον ανεβάζουν πνευματικά. Από την αρχή της εφηβείας που αρχίζουν να νιώθουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τις πρώτες αντιζηλίες με τους φίλους και γενικότερα να μαθαίνουν τους κανόνες της ζωής, έρχονται αντιμέτωποι πρωτίστως με τον εαυτό τους κι έπειτα με την κοινωνία. Οι άνθρωποι που διέπονται από ανησυχίες και πάθη είναι ίσως οι πιο ενδιαφέροντες, διότι δίνουν καθημερινά την προσωπική τους μάχη για να εξαγνιστούν. Θεωρώ πως η ζωή δεν αγαπά την ωραιοποίηση, αλλά την ατέλεια που μέσω αυτής, γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος.
Αν ένας νεαρός αναγνώστης έκλεινε το βιβλίο σας και κρατούσε μία μόνο αίσθηση από τη διαδρομή αυτής της παρέας, ποια θα θέλατε να είναι, η ανάγκη της φιλίας ή το θάρρος να μη φοβηθεί να μείνει ονειροπόλος;
Π.Ο.: Θα ήθελα αν ήταν δυνατό να κρατήσει και τα δύο. Η φιλία είναι κάτι το ιερό κι αυτό γιατί αντέχει στο βάθος του χρόνου. Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε δίπλα μας ανθρώπους που μας αγαπούν, διότι έτσι βρίσκουμε πιο εύκολα το θάρρος ν’ αγωνιστούμε.
Από την άλλη αν πάψουμε να είμαστε ονειροπόλοι, θα γίνουμε έρμαια της πραγματικότητας που καθημερινά μας καταβάλλει. Κάπου στην άκρη του μυαλού ας τοποθετήσουμε και την ανάγκη που μπορεί να γεννηθεί μέσα από το όνειρο, ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να γίνει λιγότερο δυσβάσταχτος.

