Μια ιστορία όπου η σιωπή κληρονομείται, αλλά η αλήθεια βρίσκει τρόπο να βγει στο φως.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Μαρία Τζιρίτα με αφορμή το βιβλίο «Το άλλο της μισό», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.
Η Ιουλία μεγαλώνει σε ένα χωριό της Κέρκυρας τη δεκαετία του 1970, μέσα σε βλέμματα που αποστρέφονται και σε σιωπές που σκεπάζουν τα πάντα. Η βία και η προδοσία δεν την αφήνουν απλώς πληγή, της γίνονται τρόπος ζωής. Μαθαίνει να επιβιώνει χωρίς να μιλά, κι αυτό είναι ίσως το πιο ύπουλο κομμάτι της ιστορίας, ότι η σιωπή δεν τελειώνει όταν τελειώνει η παιδική ηλικία.
Χρόνια μετά, όταν πιστεύει πως έχει επιτέλους δικαίωμα στην ευτυχία, έρχεται ένα δεύτερο χτύπημα. Η φυγή στην Αθήνα μοιάζει μονόδρομος, ένα νοσοκομείο γίνεται καταφύγιο, ένας άνθρωπος μπαίνει στη ζωή της σαν υπόσχεση, κι όμως η πραγματική της ισορροπία στέκεται δίπλα της με άλλη μορφή. Μια γυναίκα, μια φίλη, η άγκυρα της, «το άλλο της μισό». Κι ενώ όλα δείχνουν να οδηγούν στο παρελθόν, το βιβλίο επιμένει ότι το πιο επικίνδυνο μυστικό δεν είναι θαμμένο πίσω. Είναι παρόν.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κυρία Τζιρίτα, γιατί διαλέξατε την Κέρκυρα της δεκαετίας του 1970 ως αφετηρία; Τι θέλατε να ακουστεί για μια κοινωνία που δεν φωνάζει τη βία, την «κανονικοποιεί» με τη σιωπή της;
Μ.Τ.: Δεν επέλεξα κάτι, με την έννοια ότι δεν «εφηύρα» κάτι. Κατέγραψα μια αληθινή ιστορία, όπου ο τόπος και η χρονική συγκυρία είναι όλα αληθινά. Ο λόγος που θέλησα να μοιραστώ την ιστορία της ηρωίδας μου είναι ότι πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία με πάρα πολλά μηνύματα για τον αναγνώστη.
Η Ιουλία μαθαίνει να ζει με φόβο, σιωπή και ενοχή. Πώς γράψατε αυτή την ενοχή ώστε να φαίνεται ότι δεν είναι δική της, αλλά κάτι που της φόρεσαν άλλοι;
Μ.Τ.: Μέσα από τα δικά της λόγια κατάφερα να αναλύσω τα συναισθήματα της και να τα καταγράψω. Ήταν ξεκάθαρο από τον τρόπο που μεγάλωσε ότι θα γινόταν ενοχική και πολλά άλλα ακόμα, δυστυχώς.
Η κατάθλιψη της Ιουλίας δεν είναι επεισόδιο, είναι διαδρομή. Ποιο ήταν το πιο δύσκολο στη γραφή, να δείξετε τη βύθιση ή να δείξετε πώς συνεχίζει να λειτουργεί ενώ μέσα της καταρρέει;
Μ.Τ.: Τίποτα δεν ήταν δύσκολο, από τη στιγμή που την είχα διαρκώς «δίπλα» μου, την παρατηρούσα και την άκουγα προσεχτικά. Αν δεν το έχεις ζήσει ο ίδιος σίγουρα είναι δύσκολο να το αποδώσεις σωστά. Όμως εγώ μπήκα μέσα στην ψυχή της, έγινα «Ιουλία» κι απλώς περιέγραψα όσα ένιωθε και όσα έζησε εκείνη.
Υπάρχει μια στιγμή που η ευτυχία της, κοντά στα σαράντα, φαίνεται επιτέλους πιθανή και μετά έρχεται η προδοσία. Τι θέλατε να δοκιμάσετε εκεί, την εμπιστοσύνη της στους άλλους ή την εμπιστοσύνη της στον ίδιο της τον εαυτό;
Μ.Τ.: Δυστυχώς τα πράγματα έγιναν ακριβώς έτσι, δεν είναι ότι θέλησα εγώ να δοκιμάσω κάτι. Η ζωή μας ξεπερνάει, ξεπερνά και την πιο ζωηρή φαντασία! Το σίγουρο είναι ότι η Ιουλία κλονίστηκε γι άλλη μια φορά κι έφτασε στον πάτο. Από κει και πέρα…. Δεν μπορώ να αποκαλύψω τι συνέβη!
Η φίλη της, η Μάρα είναι «το άλλο της μισό». Τι σας ενδιέφερε να δείξετε για τη γυναικεία φιλία εδώ, ως καταφύγιο, ως καθρέφτη ή ως δεσμό που δοκιμάζεται όσο και ο έρωτας;
Μ.Τ.: Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, γιατί όλα αυτά αποκαλύπτονται στο τέλος του βιβλίου. Αυτό που μπορώ να πω, γενικά, είναι πως οι φίλοι αποτελούν το καταφύγιο μας. Ο έρωτας είναι ένα ρίσκο, ένας αληθινός φίλος στη ζωή μας όμως είναι επένδυση.
Γράφετε ότι τα μυστικά «δεν θάφτηκαν ποτέ». Πώς δουλέψατε τη στιγμή που η αλήθεια βγαίνει στο φως ώστε να μην είναι απλώς αποκάλυψη, αλλά συνέπεια που αλλάζει ζωές;
Μ.Τ.: Θα πω ξανά ότι δεν έκανα τίποτα παραπάνω από το να καταγράψω την αλήθεια. Τα γεγονότα και τα συναισθήματα.
Λέτε ξεκάθαρα ότι το πιο επικίνδυνο μυστικό δεν κρύβεται στο παρελθόν αλλά στο παρόν. Τι σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή και τι θέλατε να νιώσει ο αναγνώστης όταν καταλαβαίνει ότι ο κίνδυνος είναι «τώρα»;
Μ.Τ.: Μην μπορώντας να αποκαλύψω τι τελικά της συνέβη, άφησα να εννοηθεί πως όσο σκληρό κι αν ήταν το παρελθόν της, το παρόν της είναι ακόμα σκληρότερο. Εξαιτίας φυσικά όσων έζησε και των τραυμάτων που κουβαλούσε από παιδί.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Μ.Τ.: Ναι, το πιστεύω. Οι ιστορίες των άλλων ανθρώπων έχουν τη δύναμη να μας αγγίζουν, να ταυτιζόμαστε και να αλλάζουμε. Υποσυνείδητα νιώθουμε πως αφού μπόρεσαν εκείνοι, μπορούμε κι εμείς. Με τα βιβλία ταξιδεύουμε σε μέρη που δεν μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε και κυρίως μέσα μας. Όσοι το έχουν νιώσει αυτό σίγουρα βλέπουν την ανάγνωση βιβλίων με ένα όχι απλά ψυχαγωγικό τρόπο, αλλά και θεραπευτικό.

