Πώς η ματαίωση της απόβασης στην Κέρκυρα έσωσε την Ήπειρο. Η άγνωστη μάχη της 28ης Οκτωβρίου: το ιταλικό σχέδιο κατάληψης της Κέρκυρας
Η 28η Οκτωβρίου 1940 είναι χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως η ημέρα του «ΟΧΙ» και της ιταλικής εισβολής από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όμως, την ίδια ακριβώς αυγή, ένα άλλο, εξίσου κρίσιμο, πολεμικό δράμα ήταν προγραμματισμένο να εκτυλιχθεί στις ακτές της Κέρκυρας. Ένα δράμα που τελικά δεν παίχτηκε ποτέ.
Η έρευνα του μελετητή – ερευνητή Σπύρου Ιωνά, μέσα από τα απόρρητα αρχεία των ιταλικών επιτελείων, αποκαλύπτει την ιστορία μιας σχεδιασμένης, λεπτομερούς και φιλόδοξης απόβασης που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή, αλλά η απουσία της οποίας ίσως καθόρισε την πορεία του πολέμου στην Ήπειρο.
Ένα νησί σε διαρκή επιφυλακή
Η Κέρκυρα δεν μπήκε στο στόχαστρο του ιταλικού φασισμού ξαφνικά το 1940. Η επιθετικότητα της Ρώμης είχε εκδηλωθεί ήδη από το 1923, με τον βομβαρδισμό και την προσωρινή κατάληψη του νησιού στα πλαίσια της «υπόθεσης Τελίνι». Παρά το δεκαετές Σύμφωνο Φιλίας του 1928, οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας παρέμεναν ψυχρές. Το ιταλικό ενδιαφέρον ήταν στρατηγικό και μακροχρόνιο.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Γκαλεάτσο Τσιάνο, δεν το έκρυβε. Τον Νοέμβριο του 1937, μετά από μια συνάντηση με τον βασιλιά Γεώργιο Β’, έγραφε στο ημερολόγιό του για το προκαθορισμένο πεπρωμένο των Βαλκανίων: «οι Σέρβοι στη Θεσσαλονίκη, εμείς στα Τίρανα και στην Κέρκυρα».
Η κατάληψη της Αλβανίας τον Απρίλιο του 1939 σήμανε συναγερμό στην Αθήνα. Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ), φοβούμενο μια άμεση ιταλική κίνηση, έστειλε ήδη από τις 9 Απριλίου 1939 επείγον σήμα στον στρατιωτικό διοικητή Κέρκυρας, Ζησιμόπουλο, για την απειλή πιθανής απόβασης. Η εντολή ήταν ξεκάθαρη και προμήνυε τη στάση που θα κρατούσε η Ελλάδα ενάμιση χρόνο αργότερα: «εντολή υμών είναι ή μέχρις εσχάτων άντίστασις και καθιστώ ύμίν γνωστόν, ότι συνθηκολόγησις ή παράδοσις χαρακτηρισθήσεται ώς εσχάτη προδοσία». Ήταν ένας πρώιμος, εσφαλμένος συναγερμός, αλλά και μια προαναγγελία των σχεδίων που ήδη επωάζονταν στα επιτελικά γραφεία της Ρώμης.
Το σχέδιο του 1939: η πρώτη λεπτομερής πρόβα
Η ιστορία της ματαιωμένης απόβασης ξεκινά επίσημα στις 16 Αυγούστου 1939. Ο Μουσολίνι, πεπεισμένος ότι η επικείμενη γερμανική εισβολή στην Πολωνία θα προκαλούσε παγκόσμια σύρραξη, κάλεσε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, στρατάρχη Μπαντόλιο, και του ζήτησε να ετοιμάσει σχέδια για το ενδεχόμενο η Ιταλία να αναλάμβανε πρωτοβουλίες κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας.
Μέσα σε δέκα ημέρες, παρουσιάστηκε το «σχέδιο Γκουτζόνι-Παριάνι». Το σχέδιο δεν προέβλεπε κατάληψη ολόκληρης της Ελλάδας, αλλά μια προώθηση μέχρι τη Θεσσαλονίκη και την άμεση κατάληψη της Κέρκυρας, ώστε να στερηθεί η Αγγλία από μια πολύτιμη ναυτική βάση.
Το σχέδιο του 1939 ήταν εντυπωσιακά λεπτομερές και βασιζόταν στον απόλυτο αιφνιδιασμό. Προέβλεπε πολλαπλές, ταυτόχρονες αποβάσεις που θα πραγματοποιούνταν γύρω στις 5-6 το πρωί. Οι κύριες δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στη δυτική ακτή, στις παραλίες της Αλύπας και του Αγίου Σπυρίδωνα στην Παλαιοκαστρίτσα, και στην ανατολική ακτή, στην παραλία του Ποταμού. Ταυτόχρονα, δύο δευτερεύουσες αποβάσεις αντιπερισπασμού θα γίνονταν στο Σιδάρι και στη Λευκίμμη. Η αποστολή ανατέθηκε στη μεραρχία «Πινερόλο» και ένα τάγμα πεζοναυτών του «San Marco».
Η ιταλική ναυτική μελέτη της 20ης Αυγούστου 1939 αποκαλύπτει την προχειρότητα αλλά και την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. Η αποβατική τεχνολογία των Ιταλών ήταν συμβατική και περιορισμένη. Η επιχείρηση θα γινόταν με ξύλινα καΐκια (bragozzi), ειδικές σχεδίες και τέσσερα μόνο σύγχροna αποβατικά κλάσης Sesia, τα οποία όμως θεωρούνταν εξαιρετικά ευάλωτα. Οι νηοπομπές θα ξεκινούσαν συντονισμένα από το Μπρίντιζι, την Καλλίπολη και τον Αυλώνα, με στόχο να φτάσουν ταυτόχρονα στις ακτές της Κέρκυρας. Τα ιταλικά έγγραφα αποκαλύπτουν εντυπωσιακό όγκο πληροφοριών για τις ελληνικές δυνάμεις στο νησί: από τον αριθμό των στρατιωτών (υπολογίζονταν σε 1.500) και των χωροφυλάκων, μέχρι τον αριθμό των πυροβόλων και το γεγονός ότι 12 αντιαεροπορικά όπλα ήταν «αποσυναρμολογημένα». Ωστόσο, η ιταλική έξαψη του 1939 κράτησε λίγο. Η ανησυχία για μια πιθανή γαλλική επίθεση στα σύνορα των Άλπεων ανάγκασε τον Μπαντόλιο να θέσει τα βαλκανικά σχέδια σε αναμονή.
“Emergenza G”: ο παράλληλος πόλεμος και οι γερμανικές αντιρρήσεις
Η ταχύτατη πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940 άλλαξε τα δεδομένα. Ο Μουσολίνι, θέλοντας να προλάβει να πάρει μερίδιο από την «τούρτα της νίκης», κήρυξε τον πόλεμο και επανέφερε στο προσκήνιο τα σχέδια για τον «παράλληλο πόλεμο» στα Βαλκάνια. Τον Μάιο του 1940, ο στρατηγός Τζελόζο ανέλαβε να αναθεωρήσει το σχέδιο του προηγούμενου έτους. Το νέο σχέδιο ήταν πιο περιορισμένο, εστιάζοντας στην κατάληψη της Ηπείρου, της Ακαρνανίας και των Ιονίων Νήσων, με την Κέρκυρα πάντα να αποτελεί πρωταρχικό στόχο. Το σχέδιο αυτό, που έλαβε την κωδική ονομασία “Emergenza G” (Επείγουσα Ανάγκη G), είχε μια βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του: η Ελλάδα να μην μπορούσε να αντιτάξει ισχυρή αντίσταση στην Ήπειρο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της θα ήταν δεσμευμένο στα σύνορα με τη Βουλγαρία.
Η ιταλική ηγεσία, ωστόσο, χαρακτηριζόταν από μια απίστευτη επιπολαιότητα και αναβλητικότητα. Τον Αύγουστο, η γερμανική δυσαρέσκεια για τις ιταλικές πρωτοβουλίες στα Βαλκάνια οδήγησε σε νέα αναστολή των σχεδίων.
Όμως, η στρατιωτική μηχανή συνέχιζε να δουλεύει. Στις 26 Αυγούστου, το Γενικό Επιτελείο Στρατού ζητούσε επίσημα την έγκριση να εντάξει την κατάληψη της Κέρκυρας στο σχέδιο “Emergenza G”, «ώστε να προληφθεί αγγλική απόβαση». Η έγκριση δόθηκε δύο μέρες μετά από τον Μπαντόλιο. Η κατάληψη ανατέθηκε στη μεραρχία «Bari», με έδρα το Μπάρι.
15 Οκτωβρίου 1940: η μοιραία απόφαση στο Palazzo Venezia
Η είσοδος γερμανικών στρατευμάτων στη Ρουμανία στις αρχές Οκτωβρίου του 1940 εξόργισε τον Μουσολίνι, που ένιωσε παραγκωνισμένος. Αποφασισμένος να αποδείξει στον Χίτλερ ότι και η Ιταλία μπορούσε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, έριξε τον κύβο. Στις 15 Οκτωβρίου 1940, σε μια μοιραία σύσκεψη στο Palazzo Venezia, αποφασίστηκε οριστικά η επίθεση κατά της Ελλάδας. Είναι ενδεικτικό της προχειρότητας ότι από τη σύσκεψη απουσίαζαν οι αρχηγοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας. Ο Μουσολίνι όρισε τους στόχους: «κατοχή των Ιονίων νήσων Ζακύνθου, Κεφαλληνίας και Κέρκυρας και την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης». Και έθεσε την ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου (η οποία αργότερα μετατέθηκε για τις 28).
Η δραστηριότητα επιταχύνθηκε. Το σχέδιο απόβασης στην Κέρκυρα οριστικοποιήθηκε. Η επίθεση θα γινόταν από τη θάλασσα και τον αέρα, με τη συμμετοχή της Ειδικής Ναυτικής Δύναμης υπό τον ναύαρχο Βιττόριο Τουρ και της μεραρχίας «Bari» υπό τον υποστράτηγο Τζακόνε. Το σχέδιο προέβλεπε αποβάσεις στις δυτικές ακτές (Λιαπάδες) και βόρειες (Σιδάρι), με ισχυρή αεροπορική υποστήριξη.
Σε μια σύσκεψη στις 24 Οκτωβρίου, μόλις τέσσερις ημέρες πριν την επίθεση, αποκαλύφθηκε για άλλη μια φορά το χάος. Η ταυτόχρονη απόβαση στην Κεφαλονιά ακυρώθηκε λόγω αδυναμίας του ναυτικού να την υποστηρίξει. Ο Μπαντόλιο έθεσε ως όρο για την επιχείρηση της Κέρκυρας να είναι δυνατή η απόβαση σε τουλάχιστον δύο σημεία. Αν ο καιρός επέτρεπε απόβαση μόνο σε ένα, η επιχείρηση θα αναβαλλόταν.
Η ματαίωση: ο καιρός, η ελληνική αντίσταση και το χάος των επιτελείων
Το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου, όλα ήταν έτοιμα. Οι νηοπομπές περίμεναν το σήμα. Όμως, η κακοκαιρία που μάστιζε το Ιόνιο οδήγησε στην πρώτη αναβολή. Η απόβαση επαναπρογραμματίστηκε για τις 30 Οκτωβρίου, αλλά και πάλι ματαιώθηκε λόγω των καιρικών συνθηκών. Την ίδια ώρα, στο μέτωπο της Ηπείρου, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά για τους Ιταλούς. Η σθεναρή και απρόσμενη ελληνική αντίσταση είχε καθηλώσει την ιταλική προέλαση. Η ανάγκη για ενισχύσεις στο χερσαίο μέτωπο γινόταν πλέον επιτακτική.
Η οριστική απόφαση για τη ματαίωση της απόβασης στην Κέρκυρα πάρθηκε σε μια σύσκεψη την 1η Νοεμβρίου. Ο στρατάρχης Μπαντόλιο, ανήσυχος πλέον για την τροπή των επιχειρήσεων στην Αλβανία, άλλαξε στάση 180 μοίρες.
Όταν ο υπαρχηγός του Ναυτικού, ναύαρχος Σομίγι, τον ενημέρωσε ότι ο καιρός βελτιωνόταν και η απόβαση θα μπορούσε να γίνει την επόμενη μέρα, ο Μπαντόλιο ρώτησε τον υπαρχηγό του Στρατού, στρατηγό Ροάτα: «Θεωρείτε πως η μεραρχία “Bari” θα μπορούσε να πάει εκεί [στην Αλβανία];». Η απάντηση του Ροάτα ήταν καταλυτική: «Είναι η πιο επωφελής και πλήρης συμβολή που μπορούμε να δώσουμε τώρα στην Αλβανία».
Ο Μπαντόλιο βρήκε αμέσως την πρόφαση που χρειαζόταν: «Εκτός από αυτό, πρέπει να θεωρήσουμε το γεγονός ότι όταν θα έχουμε καταλάβει όλη την ακτή μπροστά από την Κέρκυρα, η αξία της Κέρκυρας θα είναι πολύ μικρότερη».
Μέσα σε λίγα λεπτά, η επιχείρηση που σχεδιαζόταν για πάνω από ένα χρόνο ματαιώθηκε. Η μεραρχία «Bari», αντί να αποβιβαστεί ως κατακτητής στην Κέρκυρα, στάλθηκε εσπευσμένα στον Αυλώνα για να καλύψει τα κενά στο καταρρέον μέτωπο της Ηπείρου.
Το τελευταίο σχέδιο του Νοεμβρίου: μια επιχείρηση-γίγαντας στο χαρτί
Παραδόξως, ακόμη και ενώ η ελληνική αντεπίθεση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ο Μουσολίνι δεν εγκατέλειψε την ιδέα της Κέρκυρας. Στις 16 Νοεμβρίου, διέταξε την εκ νέου μελέτη της κατάληψης. Το νέο σχέδιο, που παρουσιάστηκε στις 26 Νοεμβρίου, ήταν φαραωνικό, αποκαλύπτοντας την απόγνωση αλλά και την εμμονή της ιταλικής ηγεσίας. Οι Ιταλοί επιτελικοί γνώριζαν πλέον ότι ο αιφνιδιασμός είχε χαθεί και πως οι ελληνικές δυνάμεις στο νησί είχαν ενισχυθεί (τις υπολόγιζαν σε 9.000-10.000 άνδρες).
Το νέο σχέδιο προέβλεπε μια τεράστια δύναμη εισβολής:
• Δύο ολόκληρες μεραρχίες («Pinerolo» και «Cacciatori delle Alpi»), ενισχυμένες με Μελανοχίτωνες, πεζοναύτες και άρματα μάχης.
• Συνολική δύναμη 33.000 στρατιωτών, 1.200 αξιωματικών, 112 πυροβόλων και 43 αρμάτων.
• Αποβάσεις σε οκτώ διαφορετικά σημεία ταυτόχρονα: στους όρμους Λιαπάδων, Έρμονων, Σιδαρίου, Ρόδας, Γουβιών, Ποταμού, Μεσογγής και Λευκίμμης, με σκοπό τον πλήρη κατακερματισμό της άμυνας.
• Χρήση αλεξιπτωτιστών: Για πρώτη φορά, μελετήθηκε η ρίψη ενός τάγματος αλεξιπτωτιστών στην περιοχή του Λιβαδιού του Ρόπα, με σκοπό να καταλάβουν το κέντρο του νησιού και να κόψουν τις οδούς επικοινωνίας των Ελλήνων.
• Αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο απαιτούσε τουλάχιστον 10 ημέρες προετοιμασίας μετά τη συγκέντρωση των δυνάμεων. Όμως, η πραγματικότητα στο μέτωπο ήταν αμείλικτη. Η ελληνική προέλαση στην Αλβανία καθιστούσε κάθε τέτοια επιχείρηση αδύνατη. Στις 2 Δεκεμβρίου 1940, ο ίδιος ο Μουσολίνι έδωσε την οριστική εντολή: «να ματαιωθούν οι επιχειρήσεις στην Κέρκυρα και στην Πρέβεζα».
Η «καταστροφική παράλειψη» και ο επίλογος της κατοχής
Η μη κατάληψη της Κέρκυρας τις πρώτες ημέρες του πολέμου αποδείχθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο τον Ιταλό διοικητή Βισκόντι Πράσκα, ένα «καταστροφικό» λάθος για την ιταλική πολεμική προσπάθεια. Η στρατηγική σημασία του νησιού ήταν τεράστια. Η κατοχή του θα προστάτευε το παράκτιο πλευρό της ιταλικής επίθεσης, θα επέτρεπε στο ιταλικό ναυτικό να υποστηρίξει τις χερσαίες επιχειρήσεις και, κυριότερα, θα μετέτρεπε την Κέρκυρα σε μια γιγαντιαία προωθημένη βάση ανεφοδιασμού. Αυτό θα έλυνε, εν μέρει, το τεράστιο πρόβλημα της ιταλικής επιμελητείας, που αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες της ήττας τους.
Η ιταλική ηγεσία, τυφλωμένη από την αλαζονεία και την πεποίθηση για έναν εύκολο «περίπατο», υποτίμησε τόσο την ελληνική αντίσταση όσο και τις δικές της λογιστικές αδυναμίες. Η ματαίωση της απόβασης στην Κέρκυρα δεν ήταν απλώς η ακύρωση μιας επιμέρους επιχείρησης, αλλά η απώλεια ενός στρατηγικού πλεονεκτήματος που θα μπορούσε να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στο ηπειρωτικό μέτωπο.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η ιταλική απόβαση στην Κέρκυρα τελικά πραγματοποιήθηκε, αλλά όχι ως μέρος μιας μάχης. Έγινε στα τέλη Απριλίου του 1941, όταν όλα είχαν καταρρεύσει μετά τη γερμανική εισβολή.
Στις 29 Απριλίου, το αποβατικό «Garigliano», ένα από τα σκάφη που προορίζονταν για την αρχική εισβολή, αποβίβαζε αμαχητί Ιταλούς στρατιώτες στο Καφέ Γυαλί, σε ένα νησί που είχε ήδη παραδοθεί. Η φιλόδοξη πολεμική επιχείρηση είχε μετατραπεί σε μια απλή διαδικασία κατοχής.
Το κείμενο βασίζεται στη μελέτη του ερευνητή Σπύρου Ιωνά, την οποία ολόκληρη μπορείτε να βρείτε εδώ: https://one.host2go.net/ionas

