«Σε μια χώρα που κυβερνάται καλά, η φτώχεια είναι ντροπή. Σε μια χώρα που κυβερνάται άσχημα, ο πλούτος είναι ντροπή», έλεγε ο Κινέζος φιλόσοφος Κομφούκιος, (551-479 π.X.). Αλήθεια, τι θα έλεγε σήμερα, σε μια Ελλάδα των πολλών φτωχών και λίγων πλουσίων, ενώ η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως όλα βαίνουν καλώς.; Αναμφίβολα, ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, Βολταίρος, (1694-1778), θα έκρινε πως, «Είναι επικίνδυνο να έχεις δίκιο όταν η κυβέρνηση έχει άδικο». Στην αναζήτηση μιας άλλης κυβερνητικής λύσης, ο δικός μας Ελευθέριος Βενιζέλος, (1864-1936), θα ψιθύριζε στην αντιπολίτευση ότι, «Οι πολιτισμένοι λαοί κερδίζουν την εξουσία με την ψήφο των πολλών, κυβερνώνται με την ικανότητα των ολίγων και μεγαλουργούν με την πνοή του ενός» και ίσως να εννοούσε πως λείπει η πνοή του ενός, δηλαδή ενός ηγέτη, που θα προσέφερε όραμα, με συγκεκριμένη ομάδα διακυβέρνησης για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολλών κι άρα την εξουσία. Στο επαπειλούμενο «χάος», που προτάσσουν οι νυν κυβερνώντες, αν απολέσουν την εξουσία, ο Λάο Τσε, ένας από τους πιο σημαντικούς αρχαίους Κινέζους φιλοσόφους, θα τους απαντούσε πως, «Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου, η πεταλούδα το ονομάζει ζωή».
Κυβέρνηση κι αντιπολίτευση σε κρίση
Το σύγχρονο ελληνικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια ιστορικά πρωτόγνωρη παραδοξότητα. Τόσο η κυβέρνηση, όσο και η αντιπολίτευση βρίσκονται σε πολιτική κρίση.
Η υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη κυβέρνηση, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα και διαδιδόμενα, έχει απολέσει την εμπιστοσύνη ενός μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων της, των εθνικών εκλογών του 2023 και επίσης των ευρωεκλογών του 2024. Επιπλέον, η κυβέρνηση έχει απολέσει μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πρόσωπο του ηγέτη της , του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι διενεργούμενες μετρήσεις των εκλογικών τάσεων της κοινής γνώμης, δίδουν ποσοστά πρόθεσης ψήφου στην κυβερνώσα παράταξη μεταξύ 23 % και 26 %. Ιστορικά, όταν οι κυβερνήσεις και οι ηγέτες τους χάνουν μεγάλα ποσοστά εκλογικής εμπιστοσύνης, η εξουσία τους αποσταθεροποιείται και αναπόφευκτα επέρχεται η πτώση της κυβέρνησης και η ταυτόχρονη αντικατάστασή του ηγέτη της. Αναμφίβολα πρόκειται για μια καθαρή και λίαν διακριτή πολιτική κρίση που αντιμετωπίζει η παρούσα κυβέρνηση.
Ωστόσο, η κρίση πρωθυπουργού, κυβέρνησης, κυβερνώσας παράταξης παραμένουν στη σκιά μια βροντώδους πολιτικής απραξίας έως και πλήρους αδυναμίας της αντιπολίτευσης να παρουσιάσει ηγέτη που θα εμπνέει όραμα, στελεχιακή ομάδα που θα πείθει για την ικανότητα διακυβέρνησης και πρόγραμμα που θα διεγείρει τους ψηφοφόρους για τη σαφήνεια και την εφικτότητα της υλοποίησής του.
Με απλά λόγια, στην παρούσα πολιτική περίοδο, τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας, αφηγήματος, ισορροπιών και στρατηγικών συμμαχιών για να αντιμετωπίσουν ακόμα και μια κυβέρνηση σε διαρκή και μη διακοπτόμενη πολιτική αποδρομή.
Σ΄ αυτό το κλίμα, παρατηρείται η όντως πρωτόγνωρη πολιτική παραδοξότητα. Η μεν κυβέρνηση δεν μπορεί να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα και η αντιπολίτευση αδυνατεί να προκαλέσει ρεύμα κυβερνητικής αλλαγής.
Όνειρο θερινής νυκτός η Αυτοδυναμία
Πολιτικός στόχος πρωθυπουργού, κυβέρνησης και κυβερνώσας παράταξης ήταν και παραμένει η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία στις επερχόμενες εκλογές. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χαρακτηρίσει την αυτοδυναμία πολιτικό μονόδρομο, όχι για την παράταξή του αλλά για τη χώρα, ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών του 2027. Επισημαίνει ταυτόχρονα πως, σε ένα ασταθές και δυσμενές διεθνές περιβάλλον με συνεχείς κρίσεις, η χώρα χρειάζεται ένα «σταθερό τιμόνι» και μια ισχυρή, αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Από την πλευρά αναλυτών και στελεχών της αντιπολίτευσης εκφράζονται διαφορετικές εκτιμήσεις. Ο διευθύνων σύμβουλος της MRB, Δημήτρης Μαύρος, εκτιμά, ( με ανάλυση του στις 5 Νοεμβρίου 2026), ότι με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα δεν φαίνεται προοπτική εξασφάλισης αυτοδυναμίας από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση. Ιστορικό και μπαρουτοκαπνισμένο στέλεχος της κεντροδεξιάς παράταξης, με μακρόχρονη παρουσία στη βουλή και με εμφαντικό χιούμορ, σε προσωπικές του συζητήσεις παραδέχεται πως η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία φαντάζει ως, «εφηβική ονείρωξη εαρινής νυκτός».
Πέραν των όσων δημοσίως δηλώνονται ή εντέχνως διαρρέονται οι υψηλά ιστάμενοι κυβερνητικοί και κομματικοί επιτελείς της κυβερνώσας παράταξης γνωρίζουν άριστα ότι η δημοσκοπική βελόνα παίζει ανάμεσα στο 23 % και 26 %. Η αναφορά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ για το όριο του 25% και την προοπτική αποχώρησής του από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, αν το κυβερνών κόμμα υποχωρήσει σε ένα τέτοιο ποσοστό στις επόμενες εκλογές, λειτουργεί ως μήνυμα με πολλούς αποδέκτες.
Απευθύνεται προς όσους συζητούν την επόμενη ημέρα στη Νέα Δημοκρατία, προς τους αντιπάλους του, προς τον Αντώνη Σαμαρά, που θα ήθελε στις δεύτερες εκλογές η Νέα Δημοκρατία να πάει με άλλον αρχηγό, αλλά και προς ψηφοφόρους που σκέφτονται να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κάλπη. Πάντα ταύτα συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως στον πρωινό καφέ του Μεγάρου Μαξίμου συζητούν για την επόμενη ημέρα. Το «με ή χωρίς Μητσοτάκη», εξαρτάται από το αποτέλεσμα της κάλπης.
Η επόμενη ημέρα των εκλογών
Τούτων, όλων των ανωτέρω δοθέντων, η αυτοδυναμία φαντάζει ολοένα και πιο δυσθεώρητη. Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία, ως πρώτο κόμμα και με δέκα και πλέον μονάδες απέχον από το δεύτερο, – που προς ώρας είναι η ΕΛ. Α.Σ του Αλέξη Τσίπρα – , μπορεί να φαντάζεται πως αν ξεπεράσει το δημοσκοπικό ποσοστό της πρόθεσης ψήφου κι αγγίξει το ποσοστό εκτίμησης ψήφου, μπορεί και να ρισκάρει μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, στο κυνήγι πάντα της αυτοδυναμίας. Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φεγγαριού, το δεύτερο κόμμα ή το τρίτο, – πάντα σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις – , η επικοινωνιακή καμπάνια της «πρωτιάς έστω και με μια ψήφο» μόνον θυμηδία προκαλεί.
Παρά ταύτα, η παρουσία του κόμματος του Αντώνη Σαμαρά στον εκλογικό στίβο, μπορεί να μειώσει τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας σε τέτοιο βαθμό που να τα πλησιάσει εκλογικά κοντά στο όποιο κόμμα της Κεντροαριστεράς βγει δεύτερο από τις επερχόμενες κάλπες.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, που «κάτσει η στραβή», για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και δεν πιάσει το μαγικό 25 % και αποχωρήσει από την ηγεσία της νυν κυβερνώσας παράταξης, η Νέα Δημοκρατία είναι το μόνο κόμμα που προετοιμάζεται για να αντιμετωπίσει την νέα πολιτική κατάσταση που θα δημιουργηθεί.
Κορυφαία στελέχη της γαλάζιας παράταξης, που μιλάνε για αυτοδυναμία κι ας ξέρουν ότι δεν μπορούν να την πετύχουν, ταυτόχρονα, μιλάνε και για συνεργασίες, διότι ξέρουν ότι την επομένη των εκλογών θα χρειαστούν κυβερνητικό συνεταίρο. Και τον κυβερνητικό συνεταίρο τον ψάχνουν τόσο στα συγγενικά κόμματα στη δεξιά τους όχθη ευρισκόμενα, όσο και στο αριστερά όχθη ευρισκόμενο ΠΑΣΟΚ.
Οι πολιτικοί επίγονοι του Κυριάκου Μητσοτάκη, στρέφονται προς μια ομάδα του ΠΑΣΟΚ που θέλγεται από μια νέα συγκυβέρνηση των δύο, ενώ δεν αποκλείουν και μια συμμαχία με δεξιότερα σχήματα, κάτι το οποίο ενισχύεται κι από όσα εσχάτως συμβαίνουν στην Ευρώπη, όπως σε Γερμανία, Γαλλία, Βουλγαρία.
Εν κατακλείδι, στην κυβερνητική Νέα Δημοκρατία είναι απολύτως συνειδητοποιημένοι για όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία και δουλεύουν για όλα τα ενδεχόμενα, ώστε να αποκλείσουν το πιο επώδυνο γι’ αυτούς, που θα είναι η παράδοση της εξουσίας.
Στην ευρύτερη Κεντροαριστερά, ενώ παντοιοτρόπως διακηρύσσουν ότι επιδιώκουν να αποτρέψουν μια τρίτη θητεία της Νέας Δημοκρατίας, – με ή χωρίς Μητσοτάκη – , δηλαδή αυτό που θέλει και το 65%-70% των ψηφοφόρων, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δεν είναι σε θέση να πουν σε αυτούς τους ψηφοφόρους πώς θα γίνει αυτό.
Είναι σαφές, πως τα δύο μεγάλα κόμματα της κεντροαριστεράς αντιπολίτευσης, – ΕΛ.Α.Σ και ΠΑΣΟΚ – , όταν μακράν απέχουν από το 20%, όταν μιλούν για αυτοδυναμία είναι κωμικό. Ουδείς φυσικά θα προέτρεπε τα δύο αυτά κόμματα να απαρνηθούν την αυτόνομη πολιτική ύπαρξή τους. Θα μπορούσαν όμως να προετοιμάσουν το έδαφος για μια μεταξύ τους μετεκλογική συνεργασία, αν το εκλογικό σώμα κάνει την έκπληξη και κατεβάσει τη Νέα Δημοκρατία πολύ χαμηλά, αφαιρώντας της τη δυνατότητα να ξανακυβερνήσει.

