Από την 1η Αυγούστου 2026 καταργήθηκαν οριστικά όλες οι σχολικές επιτροπές που διατηρήθηκαν μεταβατικά βάσει του ν. 5056/2023, με τις αρμοδιότητές τους να μεταφέρονται πλέον στους δήμους. Σύμφωνα με τη ρύθμιση, οι δήμοι αναλαμβάνουν πλήρως τη διαχείριση των οικονομικών και λειτουργικών ζητημάτων των σχολικών μονάδων, όπως ορίζουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 28 του ίδιου νόμου, ενώ παράλληλα ενισχύεται ο θεσμός της πάγιας προκαταβολής προς τους διευθυντές των σχολείων. Ο υπουργός Εσωτερικών, Θοδωρής Λιβάνιος, φρόντισε με πολύ ζήλο μιλώντας στη Βουλή να αποδομήσει τις σχολικές επιτροπές χαρακτηρίζοντάς τες «διοικητικό μόρφωμα», τονίζοντας ότι πρόκειται για νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου χωρίς προσωπικό και χωρίς ουσιαστική διοικητική δομή. Σημείωσε ότι δεν υπήρχε κανονισμός προμηθειών, ούτε εφαρμογή του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων (ν. 4412), ενώ απουσίαζαν αξιόπιστες οικονομικές καταστάσεις και η αναγκαία προετοιμασία για την εφαρμογή του διπλογραφικού συστήματος. «Η διαχείριση του δημοσίου χρήματος είναι εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης και οι σχολικές επιτροπές δεν είχαν πλέον λόγο ύπαρξης» ανέφερε. Αναφέρθηκε σε ενδεικτικές περιπτώσεις κακοδιαχείρισης, και σε ελέγχους ορκωτών λογιστών που αποκάλυψαν σοβαρές οικονομικές ατασθαλίες σε σχολικές επιτροπές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ακόμη ο υπουργός τόνισε ότι οι δαπάνες των σχολείων είναι απολύτως προβλέψιμες, καθώς αφορούν κυρίως αναλώσιμα υλικά και βασικές λειτουργικές ανάγκες, οι οποίες μπορούν να προϋπολογιστούν από την αρχή κάθε σχολικής χρονιάς.
Επειδή πραγματικά η εικόνα που παρουσίασε ο συγκεκριμένος υπουργός για τις σχολικές επιτροπές αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος της πραγματικότητας, ενώ αποσιωπάται, ίσως εσκεμμένα, ολόκληρη η αλήθεια σε σχέση με την ιστορία του θεσμού, τη φιλοσοφία του και την ουσιαστική βοήθεια στην αντιμετώπιση των ζητημάτων στα σχολεία αλλά και βιώνοντας την σχολική καθημερινότητα μετά την εφαρμογή του νόμου, αποφάσισα να παραθέσω μερικά στοιχεία για να φωτιστεί περισσότερο η υπόθεση των σχολικών επιτροπών.
Με τη μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου 1911-1913 θεσμοθετήθηκαν οι Σχολικές Εφορίες που αποτέλεσαν έναν ιστορικό θεσμό διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης των σχολικών μονάδων στην Ελλάδα, ο οποίος έθεσε τις βάσεις για τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στα σχολικά πράγματα . Με τους νόμους Ν. 1566/1985 και Ν. 3852/2010 oι Σχολικές Εφορίες αντικαταστάθηκαν από τις Σχολικές Επιτροπές έτσι με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα αποκτούσε έναν αποκεντρωμένο μηχανισμό οικονομικής και διοικητικής υποστήριξης των σχολικών μονάδων, ο οποίος εξελισσόταν μαζί με τις ανάγκες της κοινωνίας και της εκπαίδευσης. Η φιλοσοφία του νόμου για τη σύσταση των σχολικών επιτροπών ήταν το δημόσιο σχολείο ως πυλώνας κοινωνικής συνοχής και η Τοπική Αυτοδιοίκηση ως βασικός και υποστηρικτικός εταίρος στη λειτουργία του. Οι Σχολικές Επιτροπές είχαν σαν αρμοδιότητες τη διαχείριση των λειτουργικών δαπανών των σχολικών μονάδων, τη συντήρηση των σχολικών εγκαταστάσεων, τις προμήθειες και τη διαχείριση των κρατικών επιχορηγήσεων.
Με το Ν. 2539/1997 σχέδιο «Καποδίστριας» που πραγματοποιήθηκαν συνενώσεις πολλών δήμων ακολούθησαν και συγχωνεύσεις πολλών Σχολικών Επιτροπών, διατηρώντας όμως στους δήμους την ευθύνη για τη σχολική στέγη και τις λειτουργικές δαπάνες. Στη συνέχεια καθιερώθηκαν Σχολικές Επιτροπές Πρωτοβάθμιας και Σχολικές Επιτροπές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ανά δήμο, με στόχο την καλύτερη οικονομική διαχείριση, τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη διατήρηση της άμεσης υποστήριξης των σχολικών μονάδων, διατηρώντας ωστόσο τις ίδιες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις.
Οι σχολικές επιτροπές, παρά τις κατά τόπους αδυναμίες και τα προβλήματα, ήταν ένας θεσμός αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων σε άμεση επαφή με την τοπική κοινωνία, τον δήμο και το σχολείο. Είχαν την ευελιξία και τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται άμεσα και γρήγορα σε έκτακτες ανάγκες, να δρομολογούν και να ολοκληρώνουν μικρές αλλά κρίσιμες παρεμβάσεις και γενικά να στηρίζουν τη λειτουργία της σχολικής καθημερινότητας.
Ένα σχολείο έχει πολλές αλλά και έκτακτες ανάγκες. Υπάρχουν δεκάδες ζητήματα που απαιτούν άμεση αντιμετώπιση: αναλώσιμα υλικά, μικροεπισκευές, υδραυλικές και ηλεκτρολογικές παρεμβάσεις, υλικά καθαριότητας, εξοπλισμός, συντήρηση χώρων, αντικατάσταση φθαρμένων αντικειμένων και απρόβλεπτες ανάγκες που προκύπτουν καθημερινά. Η πρόβλεψη των 1.000 ευρώ που υποστηρίζουν ότι θα καλύπτει τις ανάγκες ενός μεγάλου σχολείου αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στις πραγματικές, σύγχρονες απαιτήσεις που προκύπτουν.
Η λειτουργία ενός σχολείου δεν μπορεί να στηρίζεται στην αναζήτηση ευκαιριακών λύσεων άμεσης ανάγκης, στην αφαίμαξη των γονέων, στην προσωπική προσπάθεια των διευθυντών και στο φιλότιμο των εκπαιδευτικών.
Σήμερα λοιπόν η σχολική κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα, μια δομική αλλαγή που αφορά στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται και αντιμετωπίζονται οι καθημερινές ανάγκες των σχολείων. Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών, μιας δομής, με ιστορική σημασία, δημιούργησε ένα νέο τοπίο, με πολλά ζητήματα προς επίλυση, με πολλά ερωτήματα και δυσκολίες που δημιουργούν έντονη πίεση για όσους καλούνται να διαχειριστούν αυτές τις καταστάσεις και σε τελική ανάλυση να κρατήσουν τις σχολικές μονάδες όρθιες.
Η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών φέρνει υπερσυγκέντρωση κρίσιμων και καθοριστικών για τη δημόσια παιδεία αρμοδιοτήτων στους δήμους οι οποίοι με το διοικητικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό που διαθέτουν αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις αυτές. Το επιχείρημα της διεξαγωγής κεντρικών μειοδοτικών διαγωνισμών για την εξασφάλιση καλύτερων τιμών στα αναλώσιμα κατέρρευσε γρήγορα και απόδειξη αποτελεί η περιβόητη λίστα που στάλθηκε πρόσφατα στα σχολεία με τις τιμές.
Η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών ήταν πολιτική επιλογή και είχε ως στόχο την μείωση ακόμη και αυτής της πενιχρής χρηματοδότησης της δημόσιας παιδείας στην τομέα της αντιμετώπισης των καθημερινών σχολικών αναγκών προκειμένου να αναγκάσει γονείς και κηδεμόνες να βάλουν βαθειά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να υπάρχουν τα απαραίτητα στα σχολεία. Έτσι όμως υποβαθμίζεται ακόμη περισσότερο η δημόσια εκπαίδευση, διευρύνονται οι κοινωνικές ανισότητες και οδηγείται μια κοινωνία γονέων στην απόγνωση.
Η δημόσια εκπαίδευση χρειάζεται σταθερή, σίγουρη, προγραμματισμένη και επαρκή χρηματοδότηση, ώστε οι σχολικές μονάδες να μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, με αξιοπρέπεια, εναρμονισμένη στις σύγχρονες απαιτήσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας και φυσικά με αποτελεσματικότητα.

