Τη θέση της για τη νέα Μαρίνα του λιμένα Κέρκυρας διατυπώνει με δελτίο τύπου η Διοικούσα Επιτροπή του Τμήματος Κέρκυρας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το έργο της νέας Μαρίνας αποτελεί στρατηγική επένδυση, θεμελιωμένη σε κυρωμένη σύμβαση και σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπερταμείου, του Οργανισμού Λιμένος Κέρκυρας και του αναδόχου. Οι προτάσεις για την περαιτέρω διαχείρισή του, σημειώνει, οφείλουν να σέβονται το ισχύον θεσμικό και συμβατικό πλαίσιο και να μην θέτουν σε κίνδυνο την έγκαιρη υλοποίησή του.
Το ΤΕΕ ζητά οι επιπτώσεις της νέας Μαρίνας στον αστικό ιστό και στη λειτουργία της πόλης να παρακολουθούνται και να αξιολογούνται συστηματικά, κατά την υλοποίηση και λειτουργία του έργου. Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα σχέδια ανάπτυξης των πυλών εισόδου στο νησί πρέπει να εντάσσονται στον ευρύτερο χωρικό σχεδιασμό, με διαφάνεια και θεσμικό συντονισμό, και με την έγκαιρη συμμετοχή των αρμόδιων τοπικών αρχών.
Για το καρνάγιο, το ΤΕΕ αναφέρει ότι η λειτουργία του έχει εξασφαλιστεί μέσω της μετεγκατάστασης σε άλλο χώρο της χερσαίας ζώνης του λιμένα, τονίζοντας ότι τα καρνάγια αποτελούν παραγωγική δραστηριότητα που πρέπει να εντάσσεται στην οικονομική ζωή της πόλης. Η αξιοποίηση του υφιστάμενου χώρου στάθμευσης για τη μετεγκατάσταση κρίνεται αναγκαία συνέπεια της συμφωνίας που έχει ήδη συναφθεί, με τις ανάγκες στάθμευσης να αντιμετωπίζονται από συμπληρωματικό σχεδιασμό, σε σύνδεση και με το υπό ανέγερση δημοτικό αθλητικό κέντρο.
Σχετικά με την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας σε ναυταθλητικό σωματείο, το ΤΕΕ σημειώνει ότι πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία που υπόκειται σε περιορισμούς, ώστε ο αιγιαλός και η παραλία να παραμένουν κοινόχρηστα αγαθά με ελεύθερη πρόσβαση για όλους τους πολίτες. Η περιοχή του Ιστιοπλοϊκού Ομίλου Κέρκυρας, προσθέτει, βρίσκεται στο βόρειο άκρο της ακτογραμμής της πόλης και αποτελεί δραστηριότητα που δεν επιβαρύνει την περιοχή.
Το ΤΕΕ υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε μεταβολή του σχεδιασμού στο πλαίσιο της κυρωμένης σύμβασης υποπαραχώρησης αποτελεί σύνθετη θεσμική, πολιτική και διοικητική διαδικασία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εύκολη ή άμεση επιλογή. Ως ρεαλιστική προτεραιότητα θέτει την έγκαιρη εκτέλεση των υφιστάμενων δεσμεύσεων, παράλληλα με τη διερεύνηση συμπληρωματικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της πρόσβασης της πόλης στο θαλάσσιο μέτωπο.
Τέλος, καλεί τους τοπικούς φορείς να συμμετέχουν εγκαίρως και δημιουργικά στις διαδικασίες οργάνωσης του χώρου, όταν ζητείται θεσμική συνδρομή και όχι εκ των υστέρων. Ζητά την άμεση ολοκλήρωση των διαδικασιών σύνταξης χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων, με αρχές ενεργού σχεδιασμού και δυναμικής χωροταξίας.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του ΤΚ/ΤΕΕ
Έχοντας επίγνωση ότι το έργο της νέας Μαρίνας που αφορά την κατασκευή νέας μαρίνας στο λιμάνι της Κέρκυρας αποτελεί στρατηγική επένδυση, θεμελιωμένη σε κυρωμένη σύμβαση και σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπερταμείου, του ΟΛΚΕ και του αναδόχου, οι προτάσεις για την περαιτέρω διαχείρισή του οφείλουν να σέβονται το ισχύον θεσμικό και συμβατικό πλαίσιο και να μην θέτουν σε κίνδυνο την έγκαιρη υλοποίησή του.
Υπό αυτή την προϋπόθεση, σημειώνονται τα εξής:
Οι επιπτώσεις της νέας Μαρίνας στον αστικό ιστό και στη λειτουργία της πόλης πρέπει να παρακολουθούνται και να αξιολογούνται συστηματικά κατά την υλοποίηση και λειτουργία του έργου.
Τα σχέδια ανάπτυξης των πυλών εισόδου στο νησί πρέπει να εντάσσονται στον ευρύτερο χωρικό σχεδιασμό με διαφάνεια και θεσμικό συντονισμό. Ο ΟΛΚΕ έχει σαφή ρόλο στη διαχείριση και ανάπτυξη του λιμένα, ενώ η ουσιαστική ενσωμάτωση των επιπτώσεων στον πολεοδομικό σχεδιασμό προϋποθέτει την ενεργό και έγκαιρη συμμετοχή και των αρμόδιων τοπικών αρχών.
Η λειτουργία του καρνάγιου έχει εξασφαλιστεί μέσω της μετεγκατάστασης σε άλλο χώρο της χερσαίας ζώνης του λιμένα. Τα καρνάγια αποτελούν παραγωγική δραστηριότητα που πρέπει να εντάσσεται στην οικονομική ζωή της πόλης της Κέρκυρας.
Η αξιοποίηση του υφιστάμενου χώρου στάθμευσης για τη μετεγκατάσταση των καρνάγιων αποτελεί αναγκαία συνέπεια της συμφωνίας που έχει ήδη συναφθεί. Οι ανάγκες στάθμευσης πρέπει να αντιμετωπιστούν από τους αρμόδιους φορείς με συμπληρωματικό σχεδιασμό. Η ανάγκη της στάθμευσης μπορεί να καλυφθεί με το να εξευρεθούν νέοι χώροι σε σύνδεση και με το υπο-ανέγερση δημοτικό αθλητικό κέντρο και στα πλαίσια χωροθέτησης περιφερειακών χώρων στάθμευσης.
Η παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας σε ναυταθλητικό σωματείο για την εξυπηρέτηση αθλητικών σκοπών αποτελεί μια αδειοδοτική διαδικασία που υπόκειται όμως σε περιορισμούς που εξασφαλίζουν τον αιγιαλό και την παραλία ως κοινόχρηστα αγαθά και επιτρέπουν την ελεύθερη πρόσβαση όλων των πολιτών σε αυτά (απαγόρευση περιφράξεων, μονίμων κατασκευών κλπ). Η περιοχή στην οποία είναι εγκατεστημένος ο ΙΟΚ αποτελεί το βόρειο άκρο της παραλίας και της ακτογραμμής της πόλης στην εκβολή του Ποταμού. Βρίσκεται σε περιοχή κοντά στον αστικό ιστό και αποτελεί δραστηριότητα που δεν επιβαρύνει την περιοχή, αλλά συμβάλει στη βελτίωση της εικόνας της και στην εν γένει προστασία της.
Οποιαδήποτε μεταβολή του σχεδιασμού που υλοποιείται στο πλαίσιο της κυρωμένης σύμβασης υποπαραχώρησης αποτελεί εξαιρετικά σύνθετη θεσμική, πολιτική και διοικητική διαδικασία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εύκολη ή άμεση επιλογή. Ρεαλιστική προτεραιότητα πρέπει να είναι η έγκαιρη εκτέλεση των υφιστάμενων δεσμεύσεων, παράλληλα με τη διερεύνηση συμπληρωματικών παρεμβάσεων μέσω των οποίων ο ΟΛΚΕ και οι τοπικοί φορείς μπορούν να ενισχύσουν την πρόσβαση της πόλης στο θαλάσσιο μέτωπο και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα των γειτονικών περιοχών.
Οι τοπικοί φορείς οφείλουν να συμμετέχουν εγκαίρως, δημιουργικά και με συγκεκριμένες προτάσεις στις διαδικασίες οργάνωσης του χώρου. Η συμμετοχή αυτή πρέπει να εκδηλώνεται όταν ζητείται θεσμική συνδρομή και όχι εκ των υστέρων, αφού έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια συνεννόησης και έχουν αναληφθεί δεσμευτικές υποχρεώσεις για την προστασία του κοινωνικού συνόλου και του δημόσιου συμφέροντος.
Οι διαδικασίες σύνταξης χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων πρέπει να ολοκληρωθούν άμεσα, με αρχές ενεργού σχεδιασμού και δυναμικής χωροταξίας. Ταυτόχρονα θα πρέπει να υιοθετούνται οι αρχές του ενεργού πολεοδομικού σχεδιασμού και της δυναμικής χωροταξίας, που ως διαδικασία θα προσδώσει ταυτοτικά χαρακτηριστικά στην έννοια της πόλης της Κέρκυρας και θα συμβάλει στη δημιουργία ενός πλάνου πραγματικά αναπτυξιακού για το μέρος και την κοινωνία. Στόχος όλων μας θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός «κοινού τόπου» – συνείδηση για την πόλη που θέλουμε – και η ώσμωση της κοινωνίας και των φορέων της στο σκοπό αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση η κοινωνική λειτουργία θα διέπετε από αυτοματισμούς και ο όποιος σχεδιασμός τελικά επιλέγεται θα είναι αποτέλεσμα ρεαλισμού ή στην καλύτερη περίπτωση θεραπευτικός.
ΑΠΟ ΤΟ ΤΚ/ΤΕΕ

