Το καθεστώς των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, αδιαμφισβήτητα, ενέχει διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες ως προς την αναγκαιότητα ή όχι, αλλαγών-τροποποιήσεων αλλά, κυρίως έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι υφίστανται και κάθετες διαφωνίες. Προσωπικά, θεωρώ ότι στο πλαίσιο της κατανόησης και της αμφίπλευρης ανταλλαγής απόψεων, οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας πρέπει να είναι απολύτως διακριτές. Το Κράτος και η Ορθόδοξη Ανατολική του Χριστού Εκκλησία επιτελούν και θα συνεχίσουν στο διηνεκές να επιτελούν το σπουδαίο ρόλο τους μέσα στην ελληνική κοινωνία με όρους που θα στοχεύουν στον εκσυγχρονισμό του δημόσιου βίου αλλά και στην κατοχύρωση της ελευθερίας και του σεβασμού τόσο του Κράτους, όσο και της Εκκλησίας μας.

Ο διοικητικός και πνευματικός διαχωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος, δεν καταγράφεται στη δημόσια σφαίρα του τόπου μας, μόνο σαν ένα διαρκές δημοκρατικό αίτημα, αλλά και ως θεσμική εκκρεμότητα. Κατά συνέπεια, υφίσταται ως αναγκαιότητα των καιρών μας, η πλήρης κατοχύρωση της ελευθερίας στη θρησκευτική συνείδηση και της ισότιμης αντιμετώπισης των πολιτών ανεξάρτητα από κάθε θρήσκευμα, που ο καθένας πολίτης ελεύθερα επιλέγει.

Ιστορικά, ρυθμίσεις όπως, η καθιέρωση του πολιτικού γάμου ως ισότιμου με τον θρησκευτικό ή η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες των πολιτών, αλλά και αυτές για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία αποτέλεσαν μεμονωμένα θετικά βήματα, ανεξάρτητα από έναν ευρύτερο σχεδιασμό διαχωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος.

Η Ορθοδοξία, δεν κινδυνεύει από τους όρους δόμησης ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους και της σχέσης της με τους πολίτες. Ποιος υποστήριξε ποτέ ότι, ο διοικητικός και πνευματικός χωρισμός Εκκλησίας – Πολιτείας σημαίνει απαραίτητα και αναγκαία, χωρισμό της Εκκλησίας από τους ανθρώπους και τα θρησκευτικά τους «πιστεύω»; Γιατί ένας διοικητικού χαρακτήρα χωρισμός μετατρέπεται σε θέμα ταυτότητας; Κανείς, δεν επιδιώκει να ακυρώσει ή να διαταράξει την ιδιαιτερότητά της Εκκλησίας μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Είναι πέρα για πέρα λογικό, να υπάρχουν ενστάσεις, προκαταλήψεις, αλλά και φοβίες επί του θέματος. Όμως, μας αξίζει ως χώρα-τροφοδότη πνεύματος της πολιτισμένης Ευρώπης, να παραμείνουμε πιστοί στις δυνατότητες κι ευκαιρίες που απορρέουν πάντοτε, από έναν ειλικρινή και ανοιχτό διάλογο.

Στη διαδικασία όμως, αυτή οφείλουμε να βάλουμε ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, πάνω στις οποίες οφείλουμε να ομονοήσουμε.

Αρχικά, να εκλείπει κάθε ενέργεια που θα επιτρέπει την εξωτερίκευση ενός έντονου «αντιεκκλησιαστικού» αισθήματος. Αυτό πρέπει να γίνει σαφές και σε εσάς, ως κληρικούς και στο λαό, στο κλήρο και στην Πολιτεία, ως θεσμικούς συνομιλητές. Απόψεις δήθεν πολιτικές, όπως «ας χωρίσει η Εκκλησία από το Κράτος, κι από κει και πέρα δεν μας νοιάζει τι θα κάνει» δεν είναι ευπρόσδεκτες για εμένα και το κόμμα μου κι είναι παράλληλα αποκρουστικές κι απορριπτέες. Και ξέρετε γιατί, το λέω αυτό, διότι, οι απόψεις αυτές υποτιμούν και υποβαθμίζουν το τεράστιο ιστορικό και πνευματικό ρόλο που έπαιξε η Ορθόδοξη Εκκλησία στην κοινωνία μας.

Τούτο ενέχει και τον κίνδυνο της δημιουργίας σημαντικών κενών που η ζωή όμως, έχει αποδείξει ότι έχει τα φυσικά αντανακλαστικά, να τα επουλώνει. Να σας πω ορισμένα σύγχρονα παραδείγματα; Οι Χρυσαυγίτες, οι δήθεν υπερασπιστές του δόγματος «Πατρίς -Θρησκεία -Οικογένεια» και οι κάθε λογής φανατικοί ισλαμιστές που πιθανότατα βρίσκονται στον περίγυρό μας και επενδύουν στην καλλιέργεια της τυφλής βίας.

Αυτό προσπαθούν να κάνουν να καλύψουν, τέτοιους είδους κενά! Σε αυτό, καλείται και η Πολιτεία και η Εκκλησία να ακυρώσει τέτοια φαινόμενα.

Επίσης, πρέπει να τονίσω το εξής, ότι ο φανατισμός από όπου κι αν προέρχεται, δεν προσφέρει καμία ωφέλιμη υπηρεσία και είναι αποκρουστικός στη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών.

Πρέπει άμεσα να εκλείψουν οι άσχημες εικόνες, των οποίων γίναμε όλοι μάρτυρες, το προηγούμενο διάστημα με δημόσιες εκατέρωθεν τοποθετήσεις. Αυτές τις εικόνες, εγώ προσωπικώς και ο πολιτικός φορέας τον οποίο εκπροσωπώ, τις απορρίπτει κατηγορηματικά.

Τέλος, θεωρώ το θέμα, το οποίο συζητάτε στο Ιερατικό σας Συνέδριο, ως μείζονος πολιτικής και πνευματικής σημασίας και ευελπιστώ ότι ο ρόλος της Εκκλησίας θα παραμείνει ουσιαστικός και χρήσιμος προς χάριν του κοινωνικού συνόλου, όταν αυτή δεν θα απομονώνεται και δεν επιτίθεται στο όνομα της «καθαρής πνευματικότητας», αλλά αυτή, θα ενδιαφέρεται ειλικρινώς και θα αυτοπροσδιορίζεται απέναντι στα σημαντικά προβλήματα του λαού μας. Ευνόητο είναι ότι, μέσα σε αυτήν, τη λογική θα πρέπει να κινείται και η συντεταγμένη Πολιτεία μας σεβόμενη τον αυτόνομο ρόλο της Εκκλησίας.

Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του βουλευτή Κέρκυρας του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Αυλωνίτης, σχετικά με το μείζονος σημασίας θέμα των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας στο 17ο Ιερατικό Συνέδριο της Μητρόπολης Κερκύρας και Παξών εκπροσωπώντας το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ