Ενόψει του διαλόγου για την παιδεία που ξεκίνησε το υπουργείο παιδείας νιώθω την ανάγκη να καταθέσω κάποιες ελάχιστες σκέψεις αρχικά για τον ίδιο το διάλογο έτσι όπως ανακοινώθηκε και εξελίσσεται.



Η εξαγγελία της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου παιδείας ασφαλώς δεν αποτελεί καμιά καινοτομία, αφού αντίστοιχα διάλογοι είχαν εξαγγείλει και είχαν προχωρήσει δεκάδες άλλοι υπουργοί και πολιτικές ηγεσίες προηγούμενων κυβερνήσεων. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ ότι τα συμπεράσματα από τους προηγούμενους διαλόγους δεν αξιοποιήθηκαν από καμιά πολιτική ηγεσία και δε χρησιμοποιήθηκαν από κανέναν υπουργό για τη βελτίωση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας σε καμιά βαθμίδα της εκπαίδευσης. Όλοι οι προηγούμενοι διάλογοι με τα συμπεράσματά τους μπήκαν στο συρτάρι σα να μην έγιναν ποτέ. Όλοι οι προηγούμενοι διάλογοι γίνονταν για τα προσχήματα και αυτό αποδείχτηκε περίτρανα στις αλλαγές που προωθούσε κάθε φορά ο εκάστοτε υπουργός παιδείας. Έτσι δημιουργήθηκε μια έλλειψη εμπιστοσύνης από την εκπαιδευτική κοινότητα και από τους γονείς, αφού οι προτάσεις που κατατέθηκαν όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκαν αλλά ούτε καν εισακούστηκαν από τους αρμόδιους. Ο εκάστοτε υπουργός προχωρούσε κάθε φορά σχεδόν σε αλλαγές και ‘’μεταρρυθμίσεις’’ με βάση κυρίως το δικό του πολιτικό όφελος και την ατομική του προβολή χωρίς σχέδιο, χωρίς όραμα και προοπτική για την εκπαίδευση.

Είναι λοιπόν αναγκαίο για να ανακτηθεί αυτή η χαμένη εμπιστοσύνη το υπουργείο και ειδικότερα η πολιτική ηγεσία του να προχωρήσει σε κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, της οικοδόμησης δηλαδή βήμα βήμα ενός κλίματος αξιοπιστίας και πραγματικών διαθέσεων διαλόγου πράγμα που δεν είναι ούτε εύκολο και φυσικά πολύ περισσότερο χρειάζεται χρόνος. Θα πρέπει με λίγα λόγια να δοθούν δείγματα σαφή, συγκεκριμένα και υπεύθυνα που θα ανατρέπουν την προηγούμενη εικόνα και θα θέτουν μια νέα βάση. Διαφορετικά και αυτός ο διάλογος θα έχει την ίδια τύχη με τους προηγούμενους.

Από την άλλη θα πρέπει ίσως και η εκπαιδευτική κοινότητα μαζί με τους γονείς να διεκδικήσει σοβαρό και υπεύθυνο διάλογο με συγκεκριμένους κανόνες, μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια θεματικών ενοτήτων και να προσπαθήσει να αξιοποιήσει αυτή την πρόκληση ως μια ύστατη προσπάθεια να ξεπεραστούν προβλήματα και δυσλειτουργίες δεκαετιών στην εκπαίδευση που την ταλαιπωρούν χρόνια.

Η στείρα αντιπαράθεση ή η εξ αρχής θέση ότι όλα είναι προσχεδιασμένα και ναρκοθετημένα όπως επίσης η κομματική εκμετάλλευση, η δημιουργία στρεβλών εντυπώσεων και η λάσπη που εκτοξεύεται με ανακρίβειες, ψέματα και λανθασμένα στοιχεία ασφαλώς και δεν οδηγεί σε μια δημιουργική προσπάθεια για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και δημιουργικής προσέγγισης στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η δημόσια εκπαίδευση και κατ’ επέκταση η κοινωνία μας.

Ο συγκεκριμένος διάλογος για να έχει ουσία και φυσικά αποτέλεσμα θα πρέπει να γίνεται χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς αγκυλώσεις, με συγκεκριμένη ασφαλώς ατζέντα, με στόχο την αναβάθμιση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της με σκοπό την καταπολέμηση της εκπαιδευτικής ανισότητας και της μαθητικής διαρροής αλλά φυσικά θα πρέπει να γίνεται στη βάση μιας ουσιαστικής πολιτικής κατεύθυνσης για το τι κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε για τα παιδιά μας. Μπορούμε να αντέξουμε σε έναν τέτοιο διάλογο;

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ