Τον τελευταίο καιρό έχει δημιουργηθεί στα πλαίσια της εκπαιδευτικής κοινότητας και όχι μόνο μια έντονη συζήτηση και αντιπαράθεση σε σχέση τον τρόπο εισαγωγής και τη λειτουργία των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων.

Θα ήθελα με το συγκεκριμένο σημείωμα να διατυπώσω μερικές σκέψεις πάνω σε αυτό το τόσο σημαντικό θέμα της εκπαιδευτικής κοινότητας που αφορά όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.

Βασικά θεωρώ ότι ο θεσμός των Πειραματικών Σχολείων και όχι των Πρότυπων είναι και πρέπει να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για την άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Διαχωρίζω συνειδητά τον όρο Πρότυπα διότι θεωρώ ότι είναι ατυχής σε σχέση με τον όρο Πειραματικά. Πειραματικά Σχολεία είναι αυτά που εφαρμόζουν νέα εκπαιδευτικά προγράμματα, νέες μεθόδους διδασκαλίας, νέες πρακτικές , καινούρια εκπαιδευτικά αντικείμενα τα οποία όλα αυτά βέβαια παρακολουθούνται, αξιολογούνται, από ειδικούς επιστήμονες, από παιδαγωγούς, διαφοροποιούνται όταν χρειάζεται και στη συνέχεια γενικεύεται η εφαρμογή τους στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ο νόμος 3966/11 κάνει λόγο βέβαια για Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία και όχι για Πειραματικά και ρυθμίζει την εισαγωγή μαθητών σε αυτά με εξετάσεις και όχι με κλήρωση όπως ίσχυε παλιά. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αιτία για το θόρυβο που έχει ξεσπάσει σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής.

Πώς όμως είναι δυνατόν να έχεις τα πιο έγκυρα αποτελέσματα σε κάποιες εκπαιδευτικές καινοτομίες που έχεις σχεδιάσει όταν αυτές τις έχεις εφαρμόσει πειραματικά σε μια συγκεκριμένη ομάδα μαθητικού πληθυσμού και μάλιστα αυτή είναι πάνω από το μέσο όρο σε σχέση με τις επιδόσεις του συνόλου των μαθητών; Με ποιο τρόπο θα μπορέσεις να γενικεύσεις τις καινοτομίες αυτές όταν το δείγμα που εφάρμοσες τις νέες μεθόδους δεν είναι αντιπροσωπευτικό; Πόση επιτυχία θα έχει ένα καινούριο πρόγραμμα σπουδών για παράδειγμα όταν στηρίζεται σε τέτοια δεδομένα;

Τα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία έτσι όπως ο νόμος 3966/11 προβλέπει δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτή τη φιλοσοφία και πρακτική που ανέπτυξα προηγουμένως. Θα έλεγα ότι έτσι όπως σχεδιάστηκαν προσπάθησαν να καλύψουν τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης ανθρώπων που προσανατόλιζαν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία και που είχαν υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους, που τα ωθούσαν σε μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική κατεύθυνση με υψηλές επιδόσεις σε κάποια αντικείμενα, με ασφυκτικές μεθόδους προετοιμασίας και με έντονο πνεύμα ανταγωνιστικότητας. Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτή η λογική και φιλοσοφία οδήγησε στην αύξηση των φροντιστηρίων από τις μικρές ηλικίες του δημοτικού για την προετοιμασία των μαθητών σε αυτές τις εξετάσεις εισαγωγής στα Πρότυπα Πειραματικά και άρα στην διεύρυνση της εκπαιδευτικής ανισότητας αφού γονείς των κατώτερων οικονομικά τάξεων δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις που επέβαλαν τα νέα δεδομένα. Δημιουργήσαμε δηλαδή ένα

σχολείο για μια συγκεκριμένη ελίτ της κοινωνίας που σε σχέση με το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού δεν αποτελεί και σημαντικό ποσοστό και που δεν είχε ίσως τη δυνατότητα να εγγράψει τα παιδιά της στα ακριβά ιδιωτικά κολέγια της πρωτεύουσας και των άλλων μεγάλων πόλεων κι έτσι βρίσκει τη λύσει στα συγκεκριμένα Πρότυπα Πειραματικά.

Αυτό όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που θα πρέπει μια κυβέρνηση και ειδικότερα μια πολιτική ηγεσία ενός υπουργείου Παιδείας να επιδιώξει. Βασική πολιτική κατεύθυνση θα πρέπει πραγματικά να αποτελέσει ο σαφής προσδιορισμός των στόχων και των σκοπών των Πειραματικών Σχολείων στα πλαίσια της γενικότερης εκπαιδευτικής πολιτικής που καλείται να εφαρμόσει η νέα αριστερή κυβέρνηση. Αν θέλεις να ασκήσεις υπεύθυνη εκπαιδευτική πολιτική σε εντελώς διαφορετική φιλοσοφία από αυτή που τα προηγούμενα χρόνια βιώσαμε όλοι, που θα σέβεται τους μαθητές, τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς θα πρέπει πρώτα οι οποιεσδήποτε αλλαγές που χαράζεις στην εκπαίδευση να εφαρμοστούν αρχικά σε πειραματικό στάδιο, να αξιολογηθούν, να επαναπροσδιοριστούν κάποιοι τομείς όπου χρειάζεται και στη συνέχεια να γενικευτεί η εφαρμογή τους. Είναι «εγκληματικό» να καθιερώνεις την αλλαγή για παράδειγμα δεκάδων εκπαιδευτικών εγχειριδίων στο Δημοτικό με μια κίνηση χωρίς προηγούμενο πειραματικό στάδιο, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς διορθωτικές κινήσεις. Αυτό φυσικά το ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν τα Πειραματικά Σχολεία τα οποία θα πρέπει να έχουν αντιπροσωπευτικό δείγμα του μαθητικού πληθυσμού της χώρας κάτι που ασφαλώς δεν επιτυγχάνεται όταν θέτεις τις εξετάσεις ως τρόπο επιλογής των μαθητών που θα φοιτήσουν σε αυτά. Βέβαια τα σχολεία αυτά για να επιτελέσουν το έργο τους θα πρέπει να πληρούν και μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις: να διαθέτουν επαρκή επιστημονική και παιδαγωγική στήριξη από τα Πανεπιστήμια και τα Παιδαγωγικά Τμήματα, να είναι στελεχωμένα με τα καταλληλότερο εκπαιδευτικό προσωπικό και να έχουν τους απαραίτητους πόρους.

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ