hgoumenitsa

 

Συγκεκριμένα, ο Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας αύξησε από τις 6 Οκτωβρίου τα τέλη ελλιμενισμού, προκαλώντας την αποστολή επιστολής προς τον Πρωθυπουργό, τον υπουργό Ναυτιλίας και τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα από τους εφοπλιστές που δραστηριοποιούνται στη γραμμή Ηγουμενίτσας – Ιταλίας.
Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) στην επιστολή του κάνει λόγο για «ειλημμένες αποφάσεις» χωρίς εκ των προτέρων διαβούλευση και χωρίς να του έχει δοθεί η ευκαιρία να ενημερώσει τους υπεύθυνους για τις συνέπειες της απόφασης που λήφθηκε.
Ο ΟΛΗΓ υποστηρίζει ότι η αύξηση επιβλήθηκε λόγω της υλοποίησης των νέων απαιτήσεων ασφαλείας για τα πλοία και τις λιμενικές εγκαταστάσεις που προβλέπονται από τις νέες διατάξεις του ISPS (International Ship and Port facilities Security). Έτσι, επιβλήθηκε «τέλος ISPS» τόσο στους επιβάτες όσο και στα οχήματα, με αποτέλεσμα την ουσιαστική αύξηση των λιμενικών εξόδων κατά 18% και την επιβάρυνση των εταιρειών της ακτοπλοΐας με ποσό που θα ξεπερνάει τις 750.000 ευρώ κάθε χρόνο, όπως υποστηρίζουν οι ακτοπλόοι.
Σε ανακοίνωσή του στην οποία ζητούν την επανεξέταση της σκοπιμότητας του τέλους και την κατάργησή του, ο ΣΕΕΝ αναφέρει μεταξύ άλλων: «Λαμβανομένης υπ όψης της οικονομικής κρίσης και των συνεπειών της, μεταξύ των οποίων και η μείωση της επιβατικής και εμπορευματικής κίνησης στη γραμμή Ελλάδας-Ιταλίας θεωρούμε την κατά 18% αύξηση των λιμενικών εξόδων του ΟΛΗΓ τουλάχιστον προκλητική και μάλιστα με την αιτιολογία της τήρησης του ISPS. Η τήρηση του ISPS αποτελεί πάγια υποχρέωση των Οργανισμών Λιμένων που εφαρμόζεται από το 2005 και όχι από κάποια υποχρέωση η οποία επεβλήθη το 2014 για να δικαιολογεί μια τόσο μεγάλη αύξηση των λιμενικών εξόδων».
Αντίστοιχο τέλος επιβλήθηκε και στο Λιμάνι Πάτρας, με αποτέλεσμα ο ΣΕΕΝ να υποστηρίζει ότι «η αύξηση του κόστους μεταφοράς δεν είναι προς το συμφέρον της ανάπτυξης της θαλάσσιας γραμμής Ελλάδας-Ιταλίας, αλλά αντίθετα δημιουργεί αντι-κίνητρα ενθαρρύνοντας την μεταφορά των εμπορευμάτων δια ξηράς με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα συντελεί στην μείωση της κίνησης, στην επιδείνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων των ναυτιλιακών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην γραμμές αυτές, οι οποίες μάλιστα απασχολούν Έλληνες ναυτικούς, αλλά και στην αποδυνάμωση της ανταγωνιστικής θέσης του ίδιου του λιμένα της Πάτρας σε σχέση με άλλα λιμάνια της ευρύτερης περιοχής της Αδριατικής».



ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ