Οι νέες εξαγγελίες του Υπουργείου παιδείας για το δημοτικό σχολείο αποτελούν έναν αχταρμά ιδεών και σκέψεων πάνω σε ένα άκρως σημαντικό και ουσιαστικό θέμα όπως αυτό της εκπαίδευσης των παιδιών του δημοτικού σχολείου αλλά και της οργάνωσης της σχολικής ζωής  γενικότερα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Πρόκειται για ένα κείμενο εξαγγελιών που στόχο έχει περισσότερο να δημιουργήσει εντυπώσεις και λιγότερο να σκύψει στο ουσιαστικό θέμα που είναι η εκπαίδευση και η διαπαιδαγώγηση των μικρών μαθητών.
Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου κειμένου έχει λίγο από όλα: ξεκινάει από τα πρόσφατα αναλυτικά προγράμματα προτείνοντας εμμέσως την αλλαγή τους, μιλάει για αλλαγή μεθόδων διδασκαλίας και καθιέρωση της βιωματικής μάθησης, θέμα καίριας σημασίας για την εκπαιδευτική διαδικασία, κάνει μικρή αναφορά στη διδακτέα ύλη και στην ανάγκη εμπέδωσής της, αναφέρεται στις εργασίες και στην αλλαγή του τρόπου δουλειάς στο σπίτι, εισάγει έτσι απλά την καινοτομία της μερικής διαμόρφωσης της διδακτέας ύλης από τη σχολική κοινότητα, καταπιάνεται με ένα άλλο τεράστιο θέμα που είναι η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, βάζει λίγο μέσα και από διοίκηση και αποκέντρωση της σχολικής μονάδας, φυσικά και δεν παραλείπει να μιλήσει για υποστηρικτικές πρακτικές στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, αφού πλέον είναι της μόδας, αναφέρεται φυσικά και στον εκπαιδευτικό που τον αποκαλεί μαχόμενο και τον θέλει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και καινοτόμες δράσεις, μιλάει για τη μείωση της γραφειοκρατίας στην εκπαίδευση αλλά και για τον εκσυγχρονισμό της εκπαιδευτικής νομοθεσίας, μας επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά πως στόχος είναι το Ανοιχτό σχολείο στην κοινωνία και τέλος πετάει την ιδέα της δημιουργίας κανονισμού λειτουργίας Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης με τη συμμετοχή των μαθητών μέσα από το μάθημα της Κοινωνικής Αγωγής που θα εισαχθεί ως καινοτομία.
Νιώθω την υποχρέωση μετά από αυτό το κείμενο – έκθεση ιδεών- που δημοσιεύτηκε από το Υπουργείο παιδείας να διατυπώσω μερικές παρατηρήσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να μπουν κάποια πράγματα στη θέση τους αλλά και για να μην αφήνουμε τόσο απροκάλυπτα  τους κυβερνώντες να υποτιμούν τη νοημοσύνη μας.
Καταρχάς αν πράγματι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας πιστεύει αυτά που διακηρύσσει, θα πρέπει να ζητήσει ένα μεγάλο συγγνώμη από τους μαθητές πρώτα, τους γονείς στη συνέχεια αλλά και τους εκπαιδευτικούς στο τέλος για την ταλαιπωρία που επί δεκαετίες  τους έχει υποβάλει. Και το λέω αυτό διότι η εκπαιδευτική πολιτική της προηγούμενης δεκαετίας που εφαρμόστηκε με τόσο ζήλο και επιμονή και η οποία εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα με τον ίδιο ζήλο, ήταν τελείως σε αντίθετη κατεύθυνση από τις σημερινές εξαγγελίες  του υπουργού.
Παράλληλα δεν μπορώ να μην εκφράσω και την αμφιβολία μου σε ότι έχει σχέση με την αξιοπιστία των εξαγγελιών αυτών καθώς και τη φερεγγυότητα των πολιτικών αρχών καθώς δεν έχω τόσο ασθενή μνήμη ώστε να ξεχάσω πόσες φορές η κυρία Διαμαντοπούλου, υπουργός παιδείας τότε διατυμπάνιζε το μότο «πρώτα ο μαθητής» και ότι «η τσάντα θα μένει στο σχολείο». Τι έγινε αλήθεια; Πόσο βαριά άραγε είναι η σημερινή τσάντα των μικρών μαθητών; Γνωρίζουν καλά πρώτα από όλα οι ίδιοι οι μαθητές και οι γονείς τους.
Δεν μπορώ να δεχτώ έτσι άκριτα τις συγκεκριμένες εξαγγελίες, όταν θυμάμαι τότε την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας με πόσο πάθος προσπαθούσε να επιβάλει σε μια νύχτα ένα πακέτο περίπου δεκατεσσάρων βιβλίων ανά σχολική τάξη  χωρίς προηγούμενη πειραματική δοκιμασία, χωρίς να τηρήσει τις απαραίτητες παιδαγωγικές θεωρίες που επιβάλλουν την τμηματική καθιέρωση των διδακτικών εγχειριδίων με αξιολόγηση και  ανατροφοδότηση. Μου είναι πολύ δύσκολο να πειστώ ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις έχουν κάποια βάση, όταν σκέφτομαι πώς μας αντιμετώπιζαν τότε εμάς τους εκπαιδευτικούς όσους κάναμε κριτική στα νέα βιβλία εκφράζοντας τις ανησυχίες μας για το εύρος της ύλης, το βαθμό δυσκολίας και τις μεθόδους διδασκαλίας που μας καλούσαν να εφαρμόσουμε.
Θα πρέπει να παρατηρήσω επίσης ότι στο περιεχόμενο του κειμένου δεν υπάρχει ούτε ίχνος κριτικής για την εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόστηκε την προηγούμενη δεκαετία. Δεν έχουν βάλει ούτε μια σειρά αποτίμησης της υπάρχουσας κατάστασης που να τεκμηριώνει της νέες εξαγγελίες, δεν λένε κουβέντα για το περιεχόμενο και τη διδακτέα ύλη που επί τόσα χρόνια εφαρμόζουν παρά τις επισημάνσεις των εκπαιδευτικών. Ούτε μια λέξη για το περιβόητο βιβλίο των μαθηματικών της Ε δημοτικού, το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ που απέσυραν μέσα σε μια νύχτα κάτω από τις πιέσεις της εκκλησίας και του πατριώτη Καρατζαφέρη.
Πώς να πιστέψει κανείς τις εξαγγελίες για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, την  ενδοσχολική, την διασχολική, την περιοδική, όπως την ονομάζουν, όταν οι ίδιοι είναι αυτοί που κατάργησαν τη θεσμοθετημένη επιμόρφωση των δασκάλων, τα Διδασκαλεία για να τα αναβαθμίσουν όπως έλεγαν κι ακόμη τα περιμένουμε; Πώς να εμπιστευτείς αυτούς που άφησαν με την πολιτική τους να επιβληθούν δίδακτρα σε όλα σχεδόν τα μεταπτυχιακά προγράμματα και μείωσαν παράλληλα  τις αποδοχές των εκπαιδευτικών κατά 40%;
Με ποιο σκεπτικό άραγε εξαγγέλλουν τη διεύρυνση του Νέου Σχολείου με τη γενίκευση των ολοήμερων του Ενιαίου Αναμορφωμένου Εκπαιδευτικού Προγράμματος (ΕΑΕΠ) όταν δεν έχει γίνει καμιά αξιολόγηση για την πορεία αυτού του εγχειρήματος, όταν κανείς δεν διερεύνησε πόσο ωφέλιμο είναι για τους μικρούς μαθητές να αλλάζουν εκπαιδευτικούς ανάλογα με το αντικείμενο που διδάσκονται, όταν κανείς δε  μέτρησε το κόστος που χρειάζονται αυτά τα σχολεία για να λειτουργήσουν σε σχέση πάντα με την απόδοση και τους παιδαγωγικούς στόχους και όταν μάλιστα υπάρχουν σε ετήσια βάση αρνητικές κριτικές από τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται σε αυτόν τον τύπο σχολείου;  
Είναι να απορεί κανείς όταν διαβάζει ότι χρειάζεται καταπολέμηση της γραφειοκρατίας στην Πρωτοβάθμια, ενώ βιώνει καθημερινά το αντίθετο.
Οι νέες προτάσεις που διατυπώθηκαν βάζουν σε κάθε σκεπτόμενο άτομο τον προβληματισμό για το πόσο συμβατό και πόση συνέχεια μπορεί να έχει το σύστημα που προτείνεται στην Πρωτοβάθμια με αυτό της Δευτεροβάθμιας και ειδικότερα με την τράπεζα θεμάτων που καθιερώθηκε πέρσι στην Α Λυκείου. Η απάντηση είναι ασφαλώς ουδεμία.
Αν ψάξει κανείς στα εκπαιδευτικά συστήματα άλλων χωρών θα διαπιστώσει ότι τέτοιες αλλαγές οι οποίες προτείνονται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, σχεδιάζονται και δρομολογούνται με απόλυτη σοβαρότητα, με πρόγραμμα, με μέθοδο, με ορίζοντα χρόνου, με πειραματικά στάδια και ανατροφοδότηση, βήμα, βήμα, με διάλογο και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και όχι από τον έναν χρόνο στον άλλο.
Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι οι οποιεσδήποτε αλλαγές στην εκπαίδευση δεν θα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. αν η οποιαδήποτε κυβέρνηση δε φροντίσει να αναγνωρίσει τους εκπαιδευτικούς ως συνεργάτες – ισότιμους συνομιλητές σε έναν κοινό αγώνα που θα έχει στρατηγική, συγκεκριμένους στόχους, θα εμπνέει, θα δημιουργεί όραμα, θα υπάρχει αξιοκρατία, διαφάνεια και δικαιοσύνη, Δυστυχώς σήμερα αυτή η κυβέρνηση έχει καταφέρει να δημιουργήσει κλίμα απαξίωσης, ανασφάλειας, εκφοβισμού, πίεσης και κατασυκοφάντησης των εκπαιδευτικών, γι’ αυτό και δεν μπορεί πλέον να προφέρει καμιά σοβαρή υπηρεσία και μάλιστα στον τόσο ευαίσθητο τομέα που είναι το Δημοτικό Σχολείο. Η μόνη υπηρεσία θα ήταν η άμεση προσφυγή στις κάλπες.

 

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ