Το 93 αυτές τις μέρες του Οκτώβρη, αυτοθέλητα με ένα σωληνάριο χάπια και με το αγαπημένο σου αλκοόλ μας χαιρέτησες φεύγοντας, φτύνοντας τη σαπίλα μας και πετώντας μας κατάμουτρα το αγαπημένο σου:

“ Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά πού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς…” αρχή από ομώνυμο ποίημα σου… Και θα συνεχίσεις ολόρθα στη μέση του σκονισμένου δρόμου:

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα και θα βγω στους δρόμους όπως και χτες. Και δεν θα συλλογιέμαι παρά ένα κομμάτι από τον πατέρα κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα -αυτά που μ’ άφησαν- και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. Και τους φίλους μας που χάθηκαν. Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα ίσα ολόισα στη φωτιά και θα μπω όπως και χτες φωνάζοντας «φασίστες!!» στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες μ’ ένα κόκκινο λάβαρο ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.

Πόσο πάει γάντι αυτό το «φτύσιμο» στην εποχή μας, στην εποχή των λιστών και των ληστών…

Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια χώρα «ποιητών» που στην πλειοψηφία οι δημόσιες σχέσεις ποιούν επαίνους, βραβεία χρηματικά, διορισμούς, ακαδημαϊκές αυθεντίες… Ποιητές που υπογράφουν κείμενα που προτρέπουν τους εκτελεστές με το «ΤΟΛΜΗΣΤΕ…» να δολοφονήσουν ταχύτερα, να πνίξουν στο μαύρο της απόγνωσης την άνοιξη της νιότης…

gogou

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 40. Από μικρή δούλεψε σαν ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φιλμς. Το πρώτο της βιβλίο με ποιήματα ήταν το «Τρία κλικ αριστερά» και βγήκε το 1978. Έβγαλε επίσης τα βιβλία «Ιδιώνυμο»(1980),» Το ξύλινο παλτό»(1982),» Απόντες»(1986),» Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών»(1988). Μέτρο της αξίας της οπωσδήποτε το γεγονός ότι ήταν έξω από τα γνωστά εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και τις πολυποίκιλες «πνευματικές» κλίκες και γι΄

αυτό την είχαν και έχουν εξορίσει γενικώς τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης… Θα ήταν και παράξενο άλλωστε να είχε συμβεί το αντίθετο…

Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά, σιγά και μπαίνεις.

Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια.

Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις.

Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς.

Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες

έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε φορά που ακούω «Κατερίνα» τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον. Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε

πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,

γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια.

Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.

Στο μυαλό είναι ο Στόχος

το νου σου ε;

Στα 53 έφυγες, γρήγορα, βιαστικά γιατί; Ερώτηση αφελής από κάποιον που μετράει τη ζωή με το ημερολόγιο όπως ο ταμίας τις δεσμίδες των χρημάτων…

«Ο ποιητής δεν προετοιμάζει το θάνατό του με την σπατάλη της ζωής του, όπως συμβαίνει με τους πολλούς, αλλά πραγματοποιεί τη ζωή του με την σπατάλη του θανάτου του. Σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα, τρέφεται με τις σάρκες του κι όταν σπαράξει και το τελευταίο κομμάτι τους, πεθαίνει. Ακριβώς την ώρα που ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να του πάρει» (Δημήτρης Λιαντίνης)

Κλείνοντας αυτό το μικρό σημείωμα για την Κατερίνα τον Μαγιακόφκσι των Εξαρχείων όπως λένε ότι την αποκάλεσε πάντα μετά το θάνατό της ο Τηλέμαχος Χυτήρης – ευνόητο άλλωστε αυτό – που αν τον άκουγε εκείνη σίγουρα θα του την επέστρεφε αυτήν την εξουσιαστική αναγνώριση με το:

Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.

Στο μυαλό είναι ο Στόχος

το νου σου ε;

Ναι Κατερίνα ποτέ δεν σημαδεύουνε στα πόδια όλοι αυτοί οι εξουσιαστές Φαρισαίοι και ψευτοποιητές. Το μυαλό είναι ο στόχος τους, γι’ αυτό σήμερα μας μπερδεύουν με λίστες για να ξεχνάμε τους ντόπιους και ξένους ληστές που μας ξεσχίζουν…

Ναι Κατερίνα ποτέ δεν σημαδεύουνε στα πόδια, το μυαλό είναι ο στόχος τους και αν δεν πιάσει το βόλι εκεί, τότε θα σημαδέψουν κατευθείαν την καρδιά με μπρούτζινες σφαίρες αυτή τη φορά…

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ