Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε την κυρία Ιωάννα Παπαντωνίου, μια δημιουργό περιεχομένου με πολυδιάστατα ενδιαφέροντα, που κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία, τη γραφή, την καλλιτεχνική δημιουργία, το journaling, το makeup και τον δημόσιο διάλογο. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η ανάγκη της να μαθαίνει και να δημιουργεί την οδήγησε σε διαδρομές πέρα από τις πρώτες της σπουδές στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων.
Με σπουδές στην Ελληνική Γλώσσα και στην Ιστορία της Λογοτεχνίας, επιμόρφωση στη γραφιστική, την οικοτεχνία και το content creation, μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα στην Αθήνα και τη Νάξο. Μέσα από το TikTok και το Instagram επικοινωνεί την αγάπη της για τα βιβλία και τις λέξεις, έχοντας βρει μια κοινότητα ανθρώπων που αποδεικνύει πως η λογοτεχνία εξακολουθεί να γεννά συζητήσεις, σχέσεις και νέους τρόπους να βλέπουμε τον κόσμο.
Κυρία Παπαντωνίου, αναφέρετε πως δυσκολεύεστε να περιγράψετε τον εαυτό σας μέσα από μία μόνο ιδιότητα. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η ανάγκη να κρατάτε ανοιχτούς πολλούς δρόμους, από τη γραφή και την ανάγνωση έως τη δημιουργία και τη διαρκή μάθηση;
Ι.Π.: Από όταν έμαθα για τον Καθολικό Άνθρωπο της Αναγέννησης αποφάσισα ότι αυτό είναι το πρότυπό μου για τη ζωή! Οι άνθρωποι δεν είμαστε μόνο ένα πράγμα, αυτό που σπουδάσαμε ή αυτό που μάθαμε να κάνουμε. Είμαστε πολυσχιδείς, είμαστε η συνισταμένη όλων αυτών των υπέροχων πραγμάτων που συνδέουν τα μόριά μας.
Αυτή την ανάγκη προσπαθώ να καλύψω όλη μου τη ζωή. Κάπως έτσι έχω αποκτήσει την κακή συνήθεια να ανοίγω περισσότερα ενδιαφέροντα από αυτά που προλαβαίνω να κλείσω, αλλά είναι αυτή η φιλοπερίεργη πλευρά μου που με κρατάει σε εγρήγορση.
Ίσως από εκεί να ξεκινάνε όλα. Από την ανάγκη να υπάρχω μέσω της γνώσης και της δημιουργίας. Όλα αυτά, τα φαινομενικά ασυσχέτιστα και άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα, στην πραγματικότητα λειτουργούν ως διαφορετικοί τρόποι παρατήρησης του κόσμου.
Άλλωστε, για να φέρω και τη λογοτεχνία στη συζήτηση, έτσι αρχίζουν όλα:
«Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει κάνει μια ανακάλυψη.
Αρχίζει ανακαλύπτοντας το πικρό, το αλμυρό, το κοίλο, το λείο, το τραχύ, τα επτά χρώματα του ουράνιου τόξου και τα είκοσι τόσα γράμματα του αλφαβήτου∙
Ύστερα συνεχίζει με τα πρόσωπα, τους χάρτες, τα ζώα και τα άστρα∙
Καταλήγει στην αμφιβολία ή την πίστη και στη σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα της άγνοιάς του»
(Jorje Luis Borges)
Το πρώτο σας πτυχίο ήταν στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων, όμως στη συνέχεια επιλέξατε να στραφείτε στην Ελληνική Γλώσσα, στην Ιστορία της Λογοτεχνίας και σε διαφορετικά δημιουργικά πεδία. Πότε καταλάβατε ότι έπρεπε να ακολουθήσετε μια διαδρομή που σας εξέφραζε περισσότερο και τι σας πρόσφεραν αυτές οι σπουδές;
Ι.Π.: Κυριολεκτικά στην πρώτη παράδοση που παρακολούθησα στο Πανεπιστήμιο.
Είναι σχεδόν αστείο! Πέρασα όλα μου τα μαθητικά χρόνια παλεύοντας για μια θέση στην τριτοβάθμια, αρίστευσα στις Πανελλήνιες, πέρασα στη δεύτερη επιλογή μου και μόλις μπήκα στο αμφιθέατρο κατάλαβα ότι αυτό δεν είναι για εμένα.
Το ερώτημα που προσπαθώ να απαντήσω ακόμα στον εαυτό μου είναι γιατί συνέχισα… Είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν έχω απάντηση.
Όμως ούτε πρέπει, ούτε θέλω να μηδενίσω τις αρχικές μου σπουδές καθώς με βοήθησαν να εξελιχθώ και να ωριμάσω, να ανακαλύψω τι είναι αυτό που πραγματικά μου αρέσει, να κρατάω τα θετικά από οποιαδήποτε συνθήκη, ενώ μου έδωσαν και εφόδια τα οποία αξιοποιώ εντός του corporate περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιούμε.
Όμως η γλώσσα, η λογοτεχνία και η δημιουργία ήταν πάντα τα πεδία που με έκαναν ευτυχισμένη. Κι αφού δεν εργάζομαι σε αυτά, έπρεπε κάπως αλλιώς να βρω τον τρόπο να τα εντάξω στην καθημερινότητά μου. Έτσι επέλεξα να ακολουθήσω έναν επιπλέον ακαδημαϊκό δρόμο και δραστηριότητες που να γεμίζουν την ψυχή μου.
Μοιράζετε τη ζωή σας ανάμεσα στην Αθήνα και τη Νάξο, όπου η οικογένειά σας διατηρεί επιχείρηση και εσείς συμμετέχετε ενεργά στον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο. Πώς επηρέασε η επαφή σας με την ελληνική επαρχία τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τον πολιτισμό, την κοινότητα και την καθημερινότητα;
Ι.Π.: Η Νάξος δεν είναι απλά ο τόπος στον οποίο περνάω μέρος της ζωής μου, όσα χρόνια με θυμάμαι, αλλά είναι και βασικό συστατικό της ταυτότητάς μου.
Στην επαρχία, ακόμα και σε μια αρκετά τουριστική επαρχία όπως σήμερα είναι το νησί, η έννοια της κοινότητας και του πολιτισμού είναι πολύ διαφορετική από αυτό που βιώνουμε στην Αθήνα.
Στη Νάξο, και ειδικά σε ένα μικρό ορεινό χωριό όπως το δικό μου, η συμμετοχή στην κοινότητα είναι απολύτως απαραίτητη αλλά ταυτόχρονα και εντελώς πηγαία. Ζεις σε έναν τόπο με ανθρώπους που τους ξέρεις και σε ξέρουν, ξέρεις τις ιστορίες τους, τις οικογένειές τους, τις συνήθειές τους, οπότε είναι κάπως δύσκολο να μένεις απλά θεατής.
Ταυτόχρονα, η επαρχία έχει μια ζεστασιά, ένα νοιάξιμο. Στη Νάξο πάντα ξέρω πώς ότι κι αν συμβεί, θα βρεθεί μια άκρη.
Ο πολιτισμός στην επαρχια δεν είναι οι μεγάλες εκδηλώσεις, τα θέατρα και τα μουσεία. Υπάρχουν και αυτά, σε κάποιον βαθμό, η ουσία όμως είναι αλλού. Σε αυτά που κάνουμε οι άνθρωποι με τα λίγα μέσα που διαθέτουμε για να διατηρήσουμε ζωντανή την παράδοση, όχι ως μία λέξη κενού νοήματος, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό που πατάει γερά σε αυτά που ήδη ξέρουμε αλλά βλέπει σταθερά στο μέλλον κι εκεί που θέλουμε να πάμε!
Η συμμετοχή μου, στο μέτρο του εφικτού, στον πολιτιστικό σύλλογο του χωριού (www.moniart.gr – αν θέλετε το βάζετε) με έκανε να το αντιληφθώ ακόμη περισσότερο. Όταν συμμετέχεις ενεργά, βλέπεις και τη δυσκολία πίσω από αυτό που τελικά παρουσιάζεται προς τα έξω: τον χρόνο, την προσωπική δουλειά, τις διαφωνίες, την ανάγκη να συνεννοηθούν διαφορετικοί άνθρωποι. Αλλά βλέπεις και πόσο σημαντικό είναι το αποτέλεσμα, ακριβώς επειδή είναι συλλογικό.
Εδώ είναι και το σημείο που αξίζει να μιλήσουμε για την καθημερινότητα στην επαρχία, ειδικά σε ένα νησί. Όταν το καλοκαίρι τελειώνει, οι τουρίστες φεύγουν, τα περισσότερα μαγαζιά και οι επιχειρήσεις κλείνουν, ξεκινάει ο δύσκολος χειμώνας. Με τις δημόσιες υπηρεσίες να είναι υποστελεχωμένες, με τις συγκοινωνίες για τα ορεινά χωριά να είναι ανύπαρκτες, με τον εγκλεισμό στα σπίτια να γίνεται νόρμα λόγω του καιρού. Στην επαρχία τον χειμώνα, το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλον. Αυτό δείχνει την αξία της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης αλλά επίσης δείχνει και την απαξίωση της πολιτείας.
Η λογοτεχνία και η ανάγνωση σάς συνόδευαν πάντοτε, όμως τα τελευταία χρόνια αποφασίσατε να δώσετε σε αυτή την αγάπη δημόσιο χώρο μέσα από το TikTok και το Instagram. Πώς γεννήθηκε αυτή η ανάγκη και τι ανακαλύψατε όταν βρεθήκατε μέσα σε μια τόσο ζωντανή κοινότητα ανθρώπων που αγαπούν τις λέξεις;
Ι.Π.: Όταν ήμουν μικρή, τα ενδιαφέροντά μου με έκαναν κάτι σαν αξιοθέατο, και όχι με την καλή έννοια. Κατάλαβα και μέσα μου ίσως λίγο πίστεψα ότι μάλλον είμαι παράξενο παιδάκι και ότι αν θέλω να ενταχθώ ομαλά στο περιβάλλον, ίσως πρέπει να κρατήσω αυτά που αγαπώ για τον εαυτό μου.
Μόνο που κάποια στιγμή αφενός μεγάλωσα κι αφετέρου ανακάλυψα την ψυχοθεραπεία. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η σκέψη ότι ίσως κάπου εκεί έξω να υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που να αγαπούν τα ίδια πράγματα.
Η σκέψη γυρνούσε στο μυαλό μου χρόνια (και κυριολεκτώ) πριν την πρώτη φορά που τελικά άνοιξα την κάμερα και μίλησα για λογοτεχνία, ιστορία, τέχνη, πολιτική. Η αδήρητη ανάγκη που έκρυβα μέσα μου για να μοιραστώ αυτό το κομμάτι του εαυτού μου, βρήκε διέξοδο.
Δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια την ευγνωμοσύνη που γεμίζει την ψυχή μου κάθε φορά που σκέφτομαι ότι τελικά δεν ήμουν μόνη!
Στο περιεχόμενό σας συνυπάρχουν η λογοτεχνία, το journaling, η καλλιτεχνική δημιουργία, το makeup, αλλά και ο προβληματισμός γύρω από πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και πόση δύναμη πιστεύετε ότι έχει η λογοτεχνία να μας κάνει πιο συνειδητούς ανθρώπους και πολίτες;
Ι.Π.: Δεν πιστεύω πώς όλα μου τα ενδιαφέροντα χρειάζεται να συνδέονται μεταξύ τους με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Νομίζω ότι απλώς είμαι ένας άνθρωπος με πολλά και διαφορετικά ενδιαφέροντα όπου το καθένα καλύπτει μια διαφορετική ανάγκη.
Μέσα από κάποια μαθαίνω, από άλλα εκφράζομαι και από άλλα δημιουργώ. Και κάποια τα έχω απλά γιατί με κάνουν να αισθάνομαι καλύτερα. Μερικές φορές κάνω κάτι στα πλαίσια της αυτοφροντίδας, για να μου δώσω τη δύναμη να περάσω άλλη μια μέρα ή για να μην σκέφτομαι για 10 λεπτά.
Ναι, είναι σημαντικό να εξελισσόμαστε και να μαθαίνουμε, να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι και πολίτες. Όχι, δεν είναι απαραίτητο κάθε τι που κάνουμε να έχει έναν βαθύτερο σκοπό ή να υπηρετεί μια συγκεκριμένη ιδέα. Κάποια πράγματα τα κάνουμε απλά γιατί μας αρέσουν. Προσωπικά δε βλέπω κάποια αντίφαση σε αυτό.
Από την άλλη, κάθε επιλογή που κάνουμε είναι στη βάση της πολιτική και αυτό το πιστεύω ακράδαντα!
Τα βιβλία που διαβάζουμε, οι ιστορίες που επιλέγουμε να αφηγηθούμε, οι φωνές που προωθούμε κι αυτές που αφήνουμε στο περιθώριο, είναι επιλογές. Και οι επιλογές δε γίνονται ποτέ σε κενό αέρος. Αντιθέτως διαμορφώνονται μέσα σε ένα κοινωνικό, ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο, ακόμα κι όταν δεν έχουμε πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος. Με αυτό θέλω να πω πώς η πολιτική διάσταση μπορεί να βρίσκεται και σε όσα θεωρούμε αυτονόητα. Δε σημαίνει πώς ο κάθε συγγραφέας γράφει με πολιτική πρόθεση ή πώς κάθε αναγνώστης επιλέγει συνειδητά βάσει ιδεολογίας. Επιπλέον, δε σημαίνει πώς διαβάζουμε μόνο όσα συμφωνούν με τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις. Μερικές φορές μπορεί να σημαίνει και το ακριβώς αντίθετο.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ τη λογοτεχνία τόσο σημαντική. Μας επιτρέπει να κάνουμε ταξίδια, να γνωρίσουμε άλλους τόπους, άλλους χρόνους, άλλους ανθρώπους. Να ζήσουμε χιλιάδες ζωές. Να μάθουμε τόσα πολλά πράγματα, να αμφισβητήσουμε αυτά που ήδη ξέρουμε. Να έρθουμε αντιμέτωποι με αδικίες, ανισότητες και κοινωνικές πραγματικότητες που αγνοούσαμε ή προτιμούσαμε να μην κοιτάζουμε.
Όμως θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: το διάβασμα δεν κάνει αυτομάτως κάποιον καλύτερο άνθρωπο ή πιο συνειδητοποιημένο πολίτη. Μπορεί κάποιος να διαβάζει πολύ και να παραμένει εγκλωβισμένος στις προκαταλήψεις του. Το διάβασμα μας δίνει την ευκαιρία να ανοίξουμε τα μυαλά και τους ορίζοντές μας, να μάθουμε πώς τίποτα δεν είναι αυτονόητο και να μας βάλει στη διαδικασία της αμφισβήτησης και της κατανόησης. Το εάν θα κάνουμε όλα τα παραπάνω ή θα παραμείνουμε στο στάδιο που βρισκόμαστε, αυτό είναι καθαρά δικό μας θέμα.

