Παρά το γεγονός ότι έχουν συμπληρώσει το απαιτούμενο ηλικιακό όριο και τα ελάχιστα έτη ασφάλισης, η συνταξιοδοτική τους αίτηση δεν προχωρά. Άνθρωποι τρίτης ηλικίας άνω των 67 ετών είναι χωρίς εισόδημα, χωρίς ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Εντάχθηκαν με δικαστική απόφαση στον νόμο Κατσέλη για να ρυθμίσουν συνολικά τα χρέη τους, διασώζοντας την κύρια κατοικία τους. Σήμερα, όμως, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια απροσδόκητη συνέπεια: η διαγραφή ή ρύθμιση των οφειλών τους δεν αρκεί για να ξεκινήσει η καταβολή της σύνταξης. Το τραγικό αδιέξοδο περιέγραψαν αναγνώστες της «δημοκρατίας».
Υπερήλικοι σε «ομηρία»
Ο Γιάννης Δ., (τα στοιχεία του είναι στη διάθεση μας) σήμερα 70 ετών, ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης και αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ασφαλισμένου που εγκλωβίστηκε ανάμεσα στη δικαστική προστασία του νόμου Κατσέλη και στο δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Εργάστηκε αδιάλειπτα από το 1982 έως το 2013 ως ελεύθερος επαγγελματίας. Μετά από 32 χρόνια ασφάλισης στον πρώην ΟΑΕΕ, ανέμενε ότι με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας θα μπορούσε να λάβει τη σύνταξή του και να ζήσει αξιοπρεπώς. Η οικονομική κρίση, όμως, τον ανάγκασε να κλείσει την επιχείρησή του το 2013, αφήνοντάς τον με οφειλές προς τον τότε ασφαλιστικό του φορέα ύψους περίπου 11.000 ευρώ. Με τις προσαυξήσεις, το ποσό ανήλθε στα 14.911,31 ευρώ.
Για να διασώσει την κύρια κατοικία του, κατέφυγε στον Νόμο 3869/2010 (νόμος Κατσέλη), ρυθμίζοντας συνολικά τα χρέη του σε μικρές δόσεις. Η δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου προέβλεψε «κούρεμα» μόλις 400 ευρώ για τις οφειλές προς τον ασφαλιστικό φορέα – ένα ποσό που αποδείχθηκε καθοριστικό ή και «ταφόπλακα» για την εξέλιξη της υπόθεσής του.
Τον Αύγουστο του 2022, σε ηλικία 67 ετών, υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης. Περίμενε ότι, όπως προβλέπεται για οφειλές εντός ορίων και κάτω των 20.000 ευρώ, θα μπορούσε να λάβει τη σύνταξή του με παρακράτηση μέρους αυτής έως την εξόφληση του χρέους. Αντί αυτού, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα διοικητικό αδιέξοδο: η σύνταξη δεν απονεμήθηκε, καθώς οι οφειλές του τελούσαν υπό το καθεστώς του νόμου Κατσέλη!
Από το 2013 μέχρι σήμερα, όπως περιγράφει, ζει σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης. Χωρίς σταθερό εισόδημα και χωρίς σύνταξη, αναγκάζεται –παρά την ηλικία του– να κάνει περιστασιακές «δουλειές του ποδαριού», χωρίς ασφάλιση, προκειμένου να επιβιώσει.
«Ο νόμος Κατσέλη με βοήθησε απέναντι στις τράπεζες, αλλά με κρατά όμηρο σε ό,τι αφορά τη σύνταξή μου», δηλώνει. «Παραιτήθηκα με υπεύθυνη δήλωσή μου προς τον ΕΦΚΑ το 2023 από το ευεργέτημα του νόμου και ζήτησα να πληρώσω στο ακέραιο τις οφειλές μου, ώστε να γίνει παρακράτηση από τη σύνταξη. Μου ζήτησαν όμως να προσκομίσω νέα δικαστική απόφαση (!) που να εξαιρεί τις οφειλές του ΕΦΚΑ από τον νόμο Κατσέλη. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;»
Σύμφωνα με τον ίδιο, η απαίτηση αυτή τον φέρνει αντιμέτωπο με έναν νέο, δυνητικά καταστροφικό κίνδυνο: «Για ένα χρέος 14.000 ευρώ θα κινδύνευα να χάσω το πατρικό μου σπίτι και να βρεθώ στον δρόμο. Και χωρίς καμία διαβεβαίωση ότι τελικά θα πάρω σύνταξη. Ποιος μου εγγυάται ότι αν βγω από τον νόμο, δεν θα μείνω και χωρίς προστασία και χωρίς σύνταξη;» Για τον ίδιο, το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό ή διοικητικό. Είναι υπαρξιακό. «Δούλεψα 32 χρόνια. Δεν ζητάω χάρη. Ζητάω τη σύνταξη που δικαιούμαι. Δεν μπορεί στα 70 μου να ζω έτσι», λέει.
46 χρόνια ασφάλισης και χωρίς σύνταξη
Η περίπτωση του Παναγιώτη Κ. 73 ετών σήμερα, αποτυπώνει με ακόμη πιο έντονο τρόπο το θεσμικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν ασφαλισμένοι με δικαστικά ρυθμισμένες οφειλές.
Ο κ. Κωστόπουλος εργάστηκε συνολικά 46 χρόνια, ασφαλισμένος τόσο στο ΙΚΑ όσο και στον ΟΑΕΕ. Μια ολόκληρη ζωή εργασίας, με συνεχείς εισφορές και επαγγελματική δραστηριότητα, που θεωρούσε ότι θα του εξασφάλιζε μια στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια στα γηρατειά.
Η οικονομική κρίση, ωστόσο, τον άφησε με οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία ύψους περίπου 28.000 ευρώ. Προκειμένου να διαχειριστεί το βάρος των χρεών προς τις τράπεζες και να προστατεύσει την κατοικία του, προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Το Ειρηνοδικείο, αναγνωρίζοντας την οικονομική του αδυναμία, μείωσε τις οφειλές στις τράπεζες αλλά και περιόρισε και του ΕΦΚΑ περίπου στις 7.000 ευρώ – ποσό που ο ίδιος αποπληρώνει κανονικά, σύμφωνα με τους όρους της απόφασης.
Παρά τη δικαστική ρύθμιση και την τήρηση των υποχρεώσεών του, όταν υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης το 2021, ήρθε αντιμέτωπος με μια απρόσμενη εξέλιξη: η αίτησή του απορρίφθηκε. Σύμφωνα με τη διοικητική κρίση, η δικαστική απόφαση δεν αναγνωρίστηκε ως επαρκής βάση για την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
Με άλλα λόγια, παρότι η οφειλή του είχε μειωθεί νόμιμα και εξυπηρετείται κανονικά, το δικαίωμά του στη σύνταξη παρέμεινε σε εκκρεμότητα.
Σήμερα, στα 73 του χρόνια, ο κ. Κωστόπουλος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Οι ιατρικές ανάγκες αυξάνονται, τα έξοδα τρέχουν, όμως σταθερό εισόδημα δεν υπάρχει. Όπως δηλώνει, «αναγκάζομαι να εργάζομαι για να επιβιώσω». Παρά την ηλικία και την επιβαρυμένη υγεία του, συνεχίζει να αναζητά περιστασιακή απασχόληση, ώστε να καλύπτει βασικές ανάγκες.
«Δούλεψα 46 χρόνια. Πλήρωνα εισφορές μια ζωή. Το δικαστήριο έκρινε τι μπορώ να πληρώσω και το τηρώ. Τι άλλο πρέπει να κάνω για να πάρω τη σύνταξή μου;» διερωτάται.
Η περίπτωσή του αναδεικνύει μια κρίσιμη αντίφαση: το κράτος αναγνωρίζει δικαστικά τη μείωση της οφειλής, αλλά σε επίπεδο συνταξιοδοτικής διαδικασίας η ίδια απόφαση δεν αρκεί για να ξεμπλοκάρει την παροχή. Έτσι, ο ασφαλισμένος βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα διοικητικό κενό, όπου η τυπική ύπαρξη οφειλής υπερισχύει της δικαστικής ρύθμισης.
Για τον ίδιο, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι θέμα αξιοπρέπειας. «Δεν ζητάω προνόμια. Ζητάω να εφαρμοστεί η απόφαση του δικαστηρίου και να πάρω αυτό που δικαιούμαι μετά από τόσα χρόνια δουλειάς», λέει.
Η ιστορία του Παναγιώτη Κ. , όπως και άλλων ασφαλισμένων σε παρόμοια θέση, εντείνει τα ερωτήματα για το πώς αντιμετωπίζονται οι δικαστικά ρυθμισμένες οφειλές στο πλαίσιο της συνταξιοδότησης. Και κυρίως, αν το θεσμικό πλαίσιο προστατεύει πράγματι τους συνεπείς οφειλέτες ή τους οδηγεί σε έναν νέο κύκλο ανασφάλειας, την πιο ευάλωτη στιγμή της ζωής τους.
Το Υπουργείο Εργασίας απαντά ανέξοδα σε ερωτήσεις βουλευτών στη Βουλή και υποστηρίζει ότι ο νόμος 3869/2010 δεν έχει κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα. Σκοπός του ήταν η προστασία της πρώτης κατοικίας και η ρύθμιση ιδιωτικών και δημοσίων οφειλών, όχι η ρύθμιση θεμάτων συνταξιοδότησης. Υποστηρίζει επίσης ότι η ένταξη στον νόμο Κατσέλη δεν συνεπάγεται αυτόματη αναγνώριση ασφαλιστικού χρόνου. Υπενθυμίζει ότι με σειρά νόμων (ν. 4611/2019 για τις 120 δόσεις, ν. 3863/2010 και ν. 5078/2023 για τα όρια οφειλών) θεσπίστηκαν μηχανισμοί που επιτρέπουν τη ρύθμιση οφειλών με διατήρηση του ασφαλιστικού χρόνου. Σε αντίθεση με τον νόμο Κατσέλη, οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν την καταβολή της κατώτατης εισφοράς, ώστε να μην απωλεσθεί ο χρόνος ασφάλισης.
Το υπουργείο Εργασίας δεν απαντά στον ΕΦΚΑ
Όπως προκύπτει από επίσημο έγγραφο απάντηση του Μητροπολιτικού Κέντρου Έκδοσης Συνταξιοδοτικών Αποφάσεων e-ΕΦΚΑ στη Λ. Κηφισίας στις 8/11/2023 σε ασφαλισμένο «εκκρεμεί ερώτημα στο εποπτεύον Υπουργείο σχετικά με το χρόνο ασφάλισης, μετά την υπαγωγή οφειλών στις διατάξεις του Ν. Κατσέλη. Μέχρι να απαντήσει το υπουργείο η υπόθεση σας δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί…»!

