Η συγγραφέας μάς ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη του 1955, όπου οι φωνές του παρελθόντος μπλέκονται με τα μεγάλα ερωτήματα της μνήμης και της απώλειας.
Στo CorfuPress.com φιλοξενούμε τη συγγραφέα Μαίρη Μαγουλά με αφορμή το μυθιστόρημά της «Οι Σειρήνες του Βοσπόρου» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Μια ιστορία που στέκεται πάνω στη γέφυρα ανάμεσα στη μνήμη, στη νοσταλγία και στη βίαιη τομή της ιστορίας, φωτίζοντας ζωές που άλλαξαν για πάντα τη νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1955.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή – Πουλτσίδη
Στο μυθιστόρημα «Οι Σειρήνες του Βοσπόρου» παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες μιας πολυπολιτισμικής Κωνσταντινούπολης πριν από τα γεγονότα του ’55. Τι ήταν εκείνο που σας οδήγησε να αφηγηθείτε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή μέσα από τα μάτια απλών ανθρώπων;
Μ. Μαγουλά: Η ημερομηνία έκδοσης του μυθιστορήματός μου, ¨Οι σειρήνες του Βοσπόρου¨, τρίτο, μετά τα ¨Κύματα του Βοσπόρου¨ και το «Όταν πάγωσε ο Βόσπορος» με πρωταγωνίστρια την Κωνσταντινούπολη, τον τόπο που γεννήθηκα, συμπίπτει με την εβδομηκοστή επέτειο των ¨Σεπτεμβριανών¨. Όσα έζησε ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης εκείνη την τραγική νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου του 1955, όσες υλικές και ψυχολογικές καταστροφές βίωσε, καταστροφές που ξεπέρασαν ακόμα και τους προβλεπόμενους στόχους των εμπνευστών και διοργανωτών τους, ήταν εκείνα που οδήγησαν τα συγγραφικά μου βήματα σ’ αυτό το μονοπάτι. Αν και ήμουν αγέννητη τότε, αποδείχτηκε πως δεν είχα ξεφύγει από τις ρίζες μου. Ο τόπος αυτός, με τον πολυπολιτισμικό και πολυφυλετικό χαρακτήρα της εποχής, ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποί του, ανάμεσά τους και οι γονείς μου και θεώρησα πως δεν υπήρχε πιο άμεσος τρόπος από το να αφηγηθώ τα γεγονότα μέσα από τα δικά τους μάτια, μάτια ανθρώπων που τα βίωσαν έτσι ώστε να γίνει πιο αντιληπτός στον αναγνώστη.
Στο βιβλίο σας βλέπουμε Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους να συνυπάρχουν μέσα σε μια εύθραυστη αρμονία. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και στη μυθοπλασία όταν σκιαγραφούσατε τέτοιους χαρακτήρες;
Μ. Μαγουλά: Οι γονείς μου γεννήθηκαν στην Πόλη όπως κι εγώ κι ο αδελφός μου. Εκεί έχτισαν τη ζωή τους, έκαναν την οικογένειά τους, έστησαν τις δουλειές τους, ανέπτυξαν σχέσεις φιλίας και γειτονίας με τους γύρω τους. Συνυπήρχαν αρμονικά με Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους και όλα φαίνονταν να κυλούν ομαλά μέχρι εκείνη τη νύχτα των γεγονότων που ήρθαν να αλλάξουν τα πάντα. Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες από την καθημερινότητά τους και με τα χρόνια έφτιαξα εικόνες για τα πρόσωπα των οποίων τις ζωές είχα κάνει με τον χρόνο δικές μου. Έτσι δεν μου ήταν δύσκολο να ισορροπήσω την ιστορική ακρίβεια με τη μυθοπλασία.
Ο Βόσπορος γίνεται εδώ κάτι περισσότερο από σκηνικό: μοιάζει να συμμετέχει στην ιστορία, να φέρνει μνήμες, προσμονή αλλά και τραύμα. Τι ρόλο παίζει για εσάς το τοπίο και πώς διαμόρφωσε το συναίσθημα του βιβλίου;
Μ. Μαγουλά: Η επιλογή του τόπου και του χρόνου μέσα στο πλαίσιο του οποίου θέλω να τοποθετήσω την πλοκή της μυθιστοριογραφίας μου αποτελεί για μένα πρωταρχικό μέλημα. Ειδικά όταν πρόκειται για την Κωνσταντινούπολη, τη γενέτειρά μου, αυτό το, με έντονη συναισθηματική φόρτιση, ταξίδι, γίνεται ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, που επιθυμώ να κερδίσω. Η ανασύνθεση του παρελθόντος της Πόλης ενός τόπου με ειδικό βάρος, αστείρευτη πηγή έμπνευσης για μένα, δεν αφορά μόνο περιγραφές τοπίων, κτιρίων, μνημείων, αφορά κυρίως τη σκιαγράφηση αυτού του πληθωρικού κόσμου, μέσω της αφήγησης, των διαλόγων και των ιστοριών που συνυφαίνονται πλέκοντας τη μυθοπλασία.
Οι ήρωές σας, όπως ο Στέφανος, η Βιολέτα, ο Ντιντιέ, η Αιμιλία, καλούνται να αντιμετωπίσουν προσωπικές απώλειες μέσα σε μια συλλογική καταστροφή. Τι θέλατε να αναδείξετε σχετικά με τη δύναμη ή την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στην Ιστορία;
Μ. Μαγουλά: Η δύναμη του ανθρώπου απέναντι στην ιστορία αποτελεί ένα θέμα που απασχολεί φιλοσόφους και ιστορικούς εδώ και αιώνες. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο εύκολα μπορεί η ιστορία να ανατρέψει τις ζωές των ανθρώπων και να τις οδηγήσει όπου εκείνη επιθυμεί. Σχέση αλληλεπίδρασης θα έλεγα. Τα γεγονότα του 1955 και οι αλλαγές που ήρθαν διαφοροποίησαν τον ψυχισμό των ανθρώπων έτσι και οι ήρωες αυτού του μυθιστορήματος κλήθηκαν μέσα σ’ εκείνη τη συλλογική καταστροφή, να αντιμετωπίσουν και να λύσουν τα προσωπικά τους προβλήματα ο καθένας ανάλογα με τον χαρακτήρα του.
«Οι Σειρήνες του Βοσπόρου» αναδεικνύουν πτυχές της καθημερινότητας πριν και μετά το ξέσπασμα της βίας. Πώς δουλέψατε τις σκηνές αυτές ώστε να αποδώσετε το σοκ, τον φόβο αλλά και την ελπίδα που τρεμοπαίζει έστω και μέσα στα συντρίμμια;
Μ. Μαγουλά: Όπως προείπα η καθημερινότητα των ανθρώπων της Πόλης πριν αλλά και κατά τη διάρκεια των γεγονότων, είχαν γίνει μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών μου και δικές μου μνήμες. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια έρευνά μου σε πηγές, αρχεία εφημερίδων της εποχής αλλά και προσωπικές μαρτυρίες , με βοήθησε να καταγράψω τη μνήμη και την ταυτότητα των Ρωμιών μέσα από τη φωνή των ηρώων μου.
Σε πολλά σημεία του βιβλίου η μουσική, οι ήχοι της πόλης, τα τραγούδια, λειτουργούν σαν ανάσες ζωής απέναντι στο σκοτάδι. Πόσο σημαντικός ήταν για εσάς αυτός ο συμβολισμός και τι ρόλο παίζει η μνήμη στη λογοτεχνία σας;
Μ. Μαγουλά: Όταν ξεκίνησα πριν από δεκαπέντε χρόνια την πρώτη συγγραφική μου απόπειρα, με έναυσμα την νοσταλγία για τον τόπο που γεννήθηκα και δεν πρόλαβα να ζήσω, άρχισαν και τα ταξίδια μου στην Πόλη. Περιπλανήθηκα στα σοκάκια της, προσευχήθηκα και άναψα κερί στην εκκλησιά μας τον Άγιο Χαράλαμπο, αφέθηκα στο αεράκι και την αλμύρα του Βοσπόρου, γέμισα τ’ αυτιά μου απ’ τα κρωξίματα των γλάρων και τις σειρήνες των βαποριών. Επηρεασμένη από την ψυχική διάθεση στην οποία ανέλπιστα βρέθηκα διαπίστωσα πως στη γραφή μου άγγιζα πλέον με έναν νέο τρόπο, πιο μουσικό, τη ροή των γεγονότων. Με τον συμβολισμό αυτό προσπάθησα να εκφράσω τις πιο μύχιες και ακαθόριστες σκέψεις των ηρώων και να πετύχω μια αρμονική συνύπαρξη ανάμεσα στον τόπο και τις ψυχικές διακυμάνσεις τους. Παραθέτω ένα σύντομο, σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο μου. «… Μεγάλη ιστορία, θα μπορούσατε να γράψετε μυθιστόρημα. Αν και παρ’ όλο τον θαυμασμό που τρέφω για το συγγραφικό σας ταλέντο, πιστεύω πως διαφορετικά αντιλαμβάνεται την Πόλη ο συγγραφέας που είναι γεννημένος και μεγαλωμένος εδώ. Αλλιώς επιδρά ως πραγματική πατρίδα η αναπαράσταση της εποχής και του τόπου, διαφορετικά την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας που έχει ρίζες σ’ αυτό το πολύχρωμο μωσαϊκό, σ’ αυτόν τον πολυεθνικό και πολυφυλετικό τόπο. Ίσως μελλοντικά, κάποιος ή κάποια συγγραφέας απόγονός τους, εμπνευστεί από την ιστορία και την πατρίδα του και γράψει ένα μυθιστόρημα. Ποιος ξέρει;»
Αν ένας αναγνώστης κλείσει το βιβλίο κρατώντας μια εικόνα ή ένα συναίσθημα από τις «Σειρήνες του Βοσπόρου», ποιο θα θέλατε να είναι αυτό; Ποια ερώτηση για το παρελθόν ή για το σήμερα θα θέλατε να του μείνει ανοιχτή;
Μ. Μαγουλά: Θα μπορούσε άραγε η Κωνσταντινούπολη του μέλλοντος, που χρόνο με τον χρόνο ορθώνεται θλιβερή και απειλητική πάνω στα ερείπια της μεγαλοπρεπούς πόλης των πόλεων, να μην καταστρέψει οριστικά την κληρονομιά του μύθου και της ιστορίας της;