ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ
Στ. Πουλημένος: Ένας θεσμός εγκαταλελειμμένος από το κράτος
Ο νυν Δήμαρχος Κεντρικής Κέρκυρας, Στέφανος Πουλημένος, προχώρησε σε μια παραδοχή πλήρους λειτουργικής και οικονομικής παράλυσης του Δήμου, χαρακτηρίζοντας τη θέση που κατέχει ως «ηλεκτρική καρέκλα». Στον πυρήνα της τοποθέτησής του βρέθηκε η παραδοχή ότι ο Δήμος είναι πλέον «γυμνός», με τη διαχείριση των απορριμμάτων να λειτουργεί ως «μαύρη τρύπα» που απορροφά 8,5 από τα 11 εκατομμύρια των τακτικών εσόδων, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο για την άσκηση άλλων πολιτικών.
Άσκησε κριτική στην κεντρική εξουσία αλλά… διαχρονικά: μίλησε για τον «εμπαιγμό» ενός κράτους που μεταβιβάζει συνεχώς αρμοδιότητες χωρίς τους αντίστοιχους πόρους, φέρνοντας ως παράδειγμα το Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας, μια υποχρέωση κόστους 400.000 ευρώ για την οποία ο Δήμος δεν λαμβάνει καμία χρηματοδότηση. Η εικόνα που περιέγραψε ήταν αυτή ενός θεσμού που ασφυκτιά, εγκαταλελειμμένος από το κράτος, παρά τον πλούτο που παράγει ο τόπος.
Η πολιτική πρόταση που κατέθεσε ως μόνη διέξοδο ήταν η συγκρότηση ενός «Κερκυραϊκού μετώπου». Κάλεσε όλους τους φορείς του νησιού σε συστράτευση, με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου μπλοκ διεκδίκησης απέναντι στην Αθήνα, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσα από μια συλλογική και συντονισμένη πίεση μπορεί η Κέρκυρα να διεκδικήσει τους πόρους που της αναλογούν για την επιβίωσή της.
Υδραίου: Η ευθύνη στο κράτος και την «απολίτικη» γενιά
Τοποθετώντας τη δική της θητεία στο επίκεντρο, η τέως Δήμαρχος, Μερόπη Υδραίου, απέδωσε την κρίση σε έναν συνδυασμό παραγόντων, με κυρίαρχους την κρατική αδιαφορία και την κοινωνική αποστασιοποίηση. Περιέγραψε την κατάσταση που παρέλαβε το 2019 ως μια εικόνα ολοκληρωτικής διάλυσης με τα σκουπίδια να κυριαρχούν στον δημόσιο χώρο και έναν δήμο λειτουργικά ανύπαρκτο λόγω της διχοτόμησης. Υποστήριξε ότι η διοίκησή της έδωσε έναν μοναχικό αγώνα για να ανατάξει την κατάσταση, χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη από το κεντρικό κράτος.
Η κ. Υδραίου έστρεψε τα βέλη της και προς την κοινωνία, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για τη νέα γενιά, την οποία χαρακτήρισε «απολίτικη» και εγκλωβισμένη στην ψηφιακή πραγματικότητα των social media. «Πρέπει να την ξανακερδίσουμε, αλλιώς δεν υπάρχει μέλλον», τόνισε, συνδέοντας την κρίση της αυτοδιοίκησης με μια ευρύτερη κρίση συμμετοχής στα κοινά.
Η ομιλία της αποτέλεσε μια υπεράσπιση των πεπραγμένων της, τοποθετώντας τις ευθύνες για τις διαχρονικές παθογένειες στο θεσμικό πλαίσιο και την έλλειψη πολιτικής βούλησης από την κεντρική κυβέρνηση. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ακόμη κι αν λυθεί το ζήτημα των απορριμμάτων, τα δομικά προβλήματα της αυτοδιοίκησης θα παραμείνουν αν δεν υπάρξει μια ριζική μεταρρύθμιση που θα εγγυάται πραγματική αυτονομία και πόρους.
Σωτήρης Μικάλεφ: Η διάγνωση του «κράτους-δυνάστη»
Σε μια παρέμβαση με έντονο πολιτικό και ιδεολογικό πρόσημο, ο πρώην Δήμαρχος Σωτήρης Μικάλεφ απέφυγε να εστιάσει στα συμπτώματα της κρίσης, στοχεύοντας απευθείας στην αιτία, την οποία όρισε ως το «κράτος-δυνάστη». Σύμφωνα με τον κ. Μικάλεφ, η κατάρρευση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν είναι αμέλεια, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής και συνειδητής στρατηγικής του αθηνοκεντρικού κράτους να ελέγχει και να υποβαθμίζει τους δήμους, μετατρέποντάς τους σε απλούς διεκπεραιωτές εντολών.
Αναλύοντας τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις από τον «Καποδίστρια» έως τον «Καλλικράτη», υποστήριξε ότι όλες υπηρέτησαν τον ίδιο σκοπό: τη μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς πόρους και εξουσία, δημιουργώντας μια «δομική παθογένεια». Ο Δήμος, τόνισε, κατέληξε να έχει την ευθύνη για τα πάντα, από την παιδεία μέχρι το κυκλοφοριακό, χωρίς όμως να διαθέτει τα εργαλεία για να παρέμβει αποτελεσματικά.
Παράλληλα, ο κ. Μικάλεφ άσκησε κριτική και στην ίδια την κερκυραϊκή κοινωνία για την απώλεια του διεκδικητικού της πνεύματος. Αντιπαρέβαλε τη σημερινή απάθεια με παλαιότερες εποχές, όπου η μαζική πίεση των πολιτών και των φορέων απέδιδε καρπούς. Κατέληξε λέγοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό αλλά βαθιά πολιτικό, και ως εκ τούτου η μόνη λύση είναι η αναγέννηση ενός μαχητικού κοινωνικού κινήματος που θα απαιτήσει από το «κράτος-δυνάστη» να επιστρέψει στους πολίτες την εξουσία που τους ανήκει.
Χρύσανθος Σαρλής: Η “νεκρολογία” ενός θεσμού
Με τη φράση που έμελλε να γίνει το πιο σκληρό επιμύθιο της βραδιάς, ο Χρύσανθος Σαρλής, Δήμαρχος για 14 χρόνια, κήρυξε …το θάνατο του θεσμού που υπηρέτησε: «Ο Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας είναι νεκρός. Οικονομικά είναι νεκρός».
Ο κ. Σαρλής, απέδωσε αυτή την κατάρρευση σε μια μακρά πορεία απαξίωσης. Περιέγραψε πώς η Τοπική Αυτοδιοίκηση, από πεδίο δημιουργίας και προσφοράς, μετατράπηκε σε έναν μηχανισμό διαχείρισης της ανεπάρκειας, χωρίς οικονομική αυτοτέλεια και χωρίς πραγματική φωνή. Η δήλωσή του περί «νεκρού Δήμου» φάνηκε σαν μία παραδοχή ότι η μάχη έχει ήδη χαθεί και ότι αυτό που απομένει είναι απλώς η διαχείριση ενός πτώματος.
Η παρέμβασή τουέθεσε το πιο ζοφερό πλαίσιο της συζήτησης. Με την ωμή παραδοχή του, ο κ. Σαρλής ουσιαστικά ακύρωσε κάθε συζήτηση περί απλών λύσεων ή μεμονωμένων μεταρρυθμίσεων, υπονοώντας ότι απαιτείται πλέον μια εκ βάθρων αναγέννηση, μια πραγματική «ανάσταση» του θεσμού, αφού η παρούσα μορφή του έχει ήδη εκπνεύσει.
Γιάννης Κούρκουλος: «Βουλιάζουμε»
Η ομιλία του Γιάννη Κούρκουλου, λειτούργησε ως ο συναισθηματικός και πολιτικός πρόλογος όλης της συζήτησης. Η φράση, «αυτή η πόλη τώρα δεν είναι πόλη, Βουλιάζουμε», δεν ήταν απλώς μια διαπίστωση, αλλά καμπανάκι για την απώλεια της ταυτότητας της Κέρκυρας. Ο κ. Κούρκουλος δεν μίλησε με τεχνοκρατικούς όρους, αλλά με όρους πολιτισμικής και κοινωνικής διάβρωσης.
Στην τοποθέτησή του, συνέδεσε την ορατή παρακμή, όπως το κυκλοφοριακό και τα σκουπίδια, με μια βαθύτερη, εσωτερική αλλοίωση. Το «βούλιαγμα» για τον Κούρκουλο δεν ήταν μόνο οικονομικό ή διοικητικό, αλλά και ηθικό. Η απώλεια εκείνης της συλλογικής συνείδησης και της αστικής κουλτούρας που χαρακτήριζε την Κέρκυρα, την οποία ο ίδιος είχε υπηρετήσει σε μια εποχή όπου ο Δήμαρχος και οι πολίτες μοιράζονταν ένα κοινό όραμα.
Η ομιλία του δεν πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις, αλλά έθεσε το φιλοσοφικό και υπαρξιακό πλαίσιο της κρίσης. Ήταν μια προειδοποίηση ότι η Κέρκυρα κινδυνεύει να χάσει την ψυχή της, να μετατραπεί σε έναν τόπο χωρίς συνοχή και χωρίς μνήμη. Η φράση «βουλιάζουμε» λειτούργησε ως το καμπανάκι του κινδύνου που ήχησε πρώτο, περιγράφοντας μια αργή, σταθερή και επώδυνη διαδικασία παρακμής, της οποίας τις συνέπειες οι επόμενοι δήμαρχοι κλήθηκαν να περιγράψουν με ακόμη πιο σκληρούς όρους.